Η συνάντηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου με τις απόφοιτες του Ιδρύματος, από το Ριζοκάρπασο, δασκάλες σήμερα, οι περισσότερες, στο χωριό τους, μου έφερε στο μυαλό εκείνο το σκληρό ταξίδι…

Με το που μπαίναμε στο Ριζοκάρπασο το πρωί εκείνης της Κυριακής, από την πλευρά του Αποστόλου Ανδρέα, στο ανήφορο κοντά στην πινακίδα που γράφει το όνομα του χωριού στα τουρκικά - «Dikarpas» - προσπεράσαμε τον ηλικιωμένο άντρα, που πορευόταν καβάλα στο γαϊδουράκι του, στην ίδια κατεύθυνση με τη δική μας.

Ο δρόμος πίσω μας μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι ήταν άδειος και είπα στον Μιχάλη να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει. Όταν ο καβαλάρης έφτασε στο ύψος του παράθυρου του αυτοκινήτου, τον χαιρέτισα και τον ρώτησα στα ελληνικά, αν ξέρει πού είναι το σπίτι του Ανδρέα του Κοτσιεκκά.

Το προαίσθημα που είχα βγήκε αληθινό. Ανάμεσα στους χιλιάδες Τούρκους που εποίκισαν το χωριό μετά το 1974, πέσαμε πάνω σε έναν από τους ελάχιστους Έλληνες που… επέλεξαν Ριζοκάρπασο μέχρι τέλους και παραμένουν στο σπίτι τους και στη γη τους, έστω και σε συνθήκες κατοχής.

Ξαφνιάστηκε ο άνθρωπος, που του μιλήσαμε ελληνικά. Γλύκανε το τραχύ, ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μας εξήγησε πού να βρούμε το σπίτι. Πάμε ίσια, πρώτο στρίψιμο αριστερά, πρώτο δεξιά…

Του είπα ότι είμαστε δημοσιογράφοι από τη Λευκωσία και του ζήτησα κάποιες προσωπικές πληροφορίες. Ανδρέας Ξινιάτου, το όνομά του, 76 χρόνων, σήμερα. Μας μιλούσε καθισμένος στη ράχη του ζώου, προσπαθώντας με το χαλινάρι και την πίεση των ποδιών, να το κρατήσει ακίνητο. «Έχω καμιά πενηνταριά κουέλλες, τις βόσκω εδώ πιο κάτω. Όχι, δεν έφυγα καθόλου από το Ριζοκάρπασο, μένω εδώ με τη γυναίκα μου. Έχω δυο γιους και δυο κόρες, ο ένας μένει στο Πλατύ, ο άλλος στη Νήσου, η κόρη μου στη Μαλούντα και η άλλη μου κόρη στην Ελλάδα. Μου έκαναν εφτά εγγόνια…».

Ο Ανδρέας Ξινιάτου προσφέρθηκε πρόθυμα, να μας οδηγήσει μέχρι το σπίτι του Κοτσιεκκά.
Μπροστά εκείνος με το γαϊδούρι, πίσω εμείς με το αυτοκίνητο. Ένας πατέρας και παππούς, μακριά από τα παιδιά και τα εγγόνια του, βαθιά μέσα στην τουρκοκρατία… Έτσι όπως έβλεπα τη σκυφτή φιγούρα του να ισορροπεί πάνω στο τετράποδο και να σηκώνει το ροζιασμένο χέρι να μας δείχνει προς τα πού να κατευθυνθούμε, σκεφτόμουν τη μοναξιά του. Και κατάλαβα πολύ καλύτερα, το μικρό ποίημα του Αντώνη Λυσάνδρου, που διάβασα λίγη ώρα αργότερα, στην αυλή του σπιτιού του Ανδρέα Κοτσιεκκά:

Τα γέρημα τα νιάτα μου,
λλία λλία τζιαι πάσιν,
τέλεια τωρά στην υστερκάν,
μόνος εις το Καρπάσιν…

«Δεν μου χάρισες το δικό σου όνομα», μου είπε ο Ανδρέας Ξινιάτου, μια στιγμή πριν τον αποχαιρετίσουμε. Του το είπα. Μας είπε αντίο, με δυσκολία, μπροστά σε άλλον ένα αποχαιρετισμό.