Μια συνέντευξη με δύο ψυχαναλυτικούς ψυχοθεραπευτές από τη Λευκωσία, τη Χριστίνα Λακερίδου Wieland και τον Σώτο Μιχαήλ, που έφυγαν από την Κύπρο μόλις τέλειωσαν το λύκειο, έζησαν στο Λονδίνο για δεκαετίες -χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους- και συναντήθηκαν στην επιστημονική ημερίδα του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών, στο Σπίτι της Συνεργασίας στην κυπριακή πρωτεύουσα, το περασμένο Σάββατο, 4 Απριλίου 2015. Θέμα της ήταν, «Η φασιστική νοητική κατάσταση».
Έζησαν και οι δύο την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία, πρώτα ως πελάτες (όπως όλοι σχεδόν οι ψυχοθεραπευτές) και μετά ως επαγγελματίες. Ήθελαν και οι δύο πολύ νωρίς στη ζωή τους, γύρω στα 17-18, να φύγουν από την Κύπρο, γιατί τους έπνιγε αυτό που ο Σώτος αποκάλεσε «φασιστικό περιβάλλον». Ο καθένας από τους δύο το βίωνε με τον δικό του τρόπο. «Πέντε βδομάδες πριν τελειώσω το εξατάξιο Γυμνάσιο Παλουριώτισσας», μου είπε η Χριστίνα, «με είδε ο παιδονόμος του σχολείου να ψιλο-φλερτάρω με έναν νεαρό που συνάντησα στον δρόμο κοντά στο σπίτι μου (που τώρα είναι ερειπωμένο, στη Νεκρή Ζώνη, κοντά στη Βρετανική Ύπατη Αρμοστεία) και κουβεντιάζαμε, αφού κατεβήκαμε από τα ποδήλατά μας. Το είπε ο παιδονόμος στον Διευθυντή και έγινε ολόκληρο ζήτημα, αλλά τελικά πήρα απολυτήριο με “διαγωγή κοσμιοτάτη”, αλλιώς δεν θα μπορούσα ούτε να σπουδάσω! Σπούδασα πρώτα μουσική στην Αθήνα και στη συνέχεια ψυχολογία και κοινωνιολογία στο Λονδίνο, όπου κι εγκαταστάθηκα και παντρεύτηκα αργότερα τον Γερμανό καθηγητή Volker Wieland».
Ο Σώτος Μιχαήλ είπε τη δική του εμπειρία: «Πριν φύγω στο Λονδίνο το 1973, γνώρισα τον φασισμό και από τον μακαρίτη τον πατέρα μου, που ήταν κομμουνιστής και από τους ακροδεξιούς… δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ τους, μόνο η σημαία του καθενός... Έπαιζα μπάλα στο Καϊμακλί και μου έλεγε ο πατέρας μου “μα παίζεις μπάλα με τους γιους των φασιστών;”. Οι δικοί τους πατεράδες, έλεγαν σε εκείνους, “μα παίζεις μπάλα με τον γιο του κομμουνιστή;”. Κι όμως εμείς περνούσαμε καλά, ήμασταν φίλοι και είμαστε φίλοι μέχρι τώρα!».
Ο Σώτος Μιχαήλ ανέφερε στη διάρκεια της ημερίδας ότι, ενώ μιλούσε η Χριστίνα Wieland, σκεφτόταν τις πρώτες βδομάδες που είχε πάει στο Λονδίνο, όταν οι δύο μικρές κόρες του αποφάσισαν να προσκαλέσουν στο σπίτι μια νέα φίλη τους από το σχολείο. «Κτύπησε το κουδούνι, άνοιξα την πόρτα και είδα ένα μικρό μαύρο προσωπάκι απέναντί μου. Και ένιωσα σοκ… τις ρώτησα γιατί δεν μου είπαν ότι είναι μαύρη η φίλη τους… Για εκείνες δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, αλλά εγώ έπρεπε να το συνηθίσω και να διαχειριστώ τη δική μου “φασιστική νοητική κατάσταση”»...
Μια τελευταία παρατήρηση από τη Χριστίνα Wieland, για τη Νεκρή Ζώνη στο Σπίτι της Συνεργασίας. «Μεταξύ του 1967 και του 1978 δεν είχα έρθει στην Κύπρο. Ποτέ δεν έτυχε να επισκεφθώ την περιοχή του Λήδρα Πάλας. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, που την έβλεπα, το περασμένο Σάββατο. Ήξερα το Λήδρα Πάλας από τα παλιά χρόνια… Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου...».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




