Διάβασα και ξαναδιάβασα την ανώνυμη επιστολή ενός συνταξιούχου του ιδιωτικού τομέα, που αναφέρει για τον εαυτό του ότι είναι χήρος 72 χρονών χωρίς παιδιά, ότι ζει σε δικό του διαμέρισμα και ότι παίρνει καμιά εξακοσαριά ευρώ (και κάτι ψιλά, όπως υπογραμμίζει με λεπτή ειρωνεία), σύνταξη γήρατος. Γράφει μεταξύ άλλων:
«Κατάργησα την κεντρική θέρμανση και αγόρασα μια θερμάστρα πετρελαίου για να ζεσταίνομαι, όταν είναι πολύ κρύο. Έχω αποσυνδέσει το σταθερό τηλέφωνο και χρησιμοποιώ, για ώρα ανάγκης, μεταχειρισμένο κινητό που μου χάρισε ένας καλός φίλος. Ανάβω την τηλεόραση για να βλέπω ειδήσεις και κάποτε κυπριακές σειρές, για να περνώ τις μοναχικές ώρες μου. Σταμάτησα να αγοράζω εφημερίδα και δανείζομαι αυτήν του γείτονα κάθε απόγευμα, για να ενημερώνομαι γενικά».
Μας ενημερώνει, ακόμα, ο επιστολογράφος ότι «από τις 25 του μήνα μετρά τα ψιλά στην τσέπη του περιμένοντας την επιταγή του ΤΚΑ για να βγάλει τον επόμενο μήνα». Και ότι «έχει βάλει κατά μέρος 500 ευρώ για να πληρωθούν ιερείς, εκκλησία και νεκροθάφτες όταν πεθάνει. Είναι μακάβριο, αλλά έπρεπε να προνοήσω για μια όσο γίνεται αξιοπρεπή κηδεία», παρατηρεί.
Προσωπικά δεν θεωρώ μακάβριο που προνοεί για τον θάνατό του, μου φαίνεται όμως ότι αποφεύγει να προνοήσει για τη ζωή του. Και ότι, όπως μετρά τα ψιλά στην τσέπη του, έτσι μετρά και τις μέρες που περνούν.
Παραπονιέται γι’ αυτά που δεν έχει και δεν είμαι σίγουρος αν εκτιμά αυτά που έχει. Έχει την υγεία του, πνευματική και σωματική, και εμφανώς δεν υποφέρει με κατάθλιψη ή αντικοινωνικότητα. Όπως προκύπτει από τα γραφόμενά του, δεν έχει αποσυρθεί κοινωνικά, παρακολουθεί τις τρέχουσες ειδήσεις, ενδιαφέρεται τι συμβαίνει γύρω του, διατηρεί την πολύτιμη ικανότητα της ειρωνείας.
Δεν υπάρχει τίποτε συναρπαστικό σε μια δανεισμένη εφημερίδα και σε ένα μεταχειρισμένο κινητό, είναι όμως ωραίο που έχει κοντά του ανθρώπους που τον σκέφτονται. (Ο γείτονας τού δανείζει την εφημερίδα κάθε απόγευμα και ένας καλός φίλος τού χάρισε το μεταχειρισμένο κινητό του). Είναι ακόμα ωραίο, που έχει τη δύναμη να αντιδρά σε αυτό που θεωρεί άδικο για τον ίδιο και για άλλους.
Είναι βέβαια προφανές ότι δεν μπορώ να δώσω «μαθήματα ζωής» σε έναν άνθρωπο που έζησε αρκετά περισσότερα χρόνια από μένα, μπορώ μόνο να δώσω ένα μέρος της δικής μου ιδέας για το ταξίδι της θνητότητας, που είναι κοινό για όλους.
Πάντως διαβάζοντας την επιστολή του, η εντύπωσή μου δυναμώνει ότι αυτή περιγράφει έναν θάνατο -και μάλιστα πρόωρο- και όχι μια ζωή.
Δεν διεκδικώ καμιά ιδιαίτερη γνώση επαΐοντος πάνω στο θέμα, σκέφτομαι όμως ότι τα γηρατειά και η διαχείρισή τους είναι μια υπόθεση του μυαλού περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο - και η ευθύνη των γηρατειών (πρακτική, αλλά και ηθική), βαραίνει το άτομο, πολύ περισσότερο απ’ όσο βαραίνει την Πολιτεία.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




