Μπήκε στο δωμάτιο της παλιάς πολυκατοικίας πάνω στην Τρικούπη όπου έπαιρνα συνεντεύξεις από τους ενοίκους και κάθισε δίπλα μου. Από την Μπαγκλαντές κι αυτός, όχι όμως φοιτητής όπως οι υπόλοιποι. Αιτητής πολιτικού ασύλου για εφτά ολόκληρα χρόνια, παρακαλώ. Στα τριάντα του μοιάζει με γέρο. Τα δόντια του έπεσαν, τα μάγουλά του βυθίστηκαν, τα φτηνά του ρούχα πλέουν πάνω στο λιπόσαρκο σώμα του. Μόνο τα μάτια του, μαύρα και φλογερά, δηλώνουν το πάθος του για τη ζωή και τη φοβερή εσωτερική ενεργητικότητά του.

Πήρε αυτόκλητα πάνω του την ευθύνη αυτής της ιδιόμορφης αντιπροσώπευσης των συμπατριωτών του στην εντός των τειχών γειτονιά, επειδή είναι μεγαλύτερος σε ηλικία κι επειδή ζει εδώ περισσότερο καιρό.
Μου μιλά με εμπιστοσύνη σε αγγλικά που δεν καταλαβαίνω, μου περιγράφει καταστάσεις και πρόσωπα στην πατρίδα του, που δεν ξέρω. Υποθέτω ότι υποθέτει ότι θα έπρεπε να ξέρω για την οικογένειά του, που αντιπολιτευόταν την προηγούμενη δικτατορική κυβέρνηση της χώρας του.

Για την καταδίκη του σε δέκα χρόνια φυλακή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Για την περιπετειώδη του δραπέτευση και κατάληξη στην Κύπρο. Για τον φόβο του να επιστρέψει στην Μπαγκλαντές λόγω της πολιτικής αστάθειας και της πιθανότητας να τον φυλακίσουν, αφού «ο νόμος είναι νόμος», έστω κι αν η παράταξή του κυβερνά τώρα τη χώρα.

Μου προτείνει να με πάρει στο δωμάτιό του για να μου δείξει τα χαρτιά του, σαν να θέλει να σφραγίσει τη φιλία μας με την επιβεβαίωση της νομιμότητάς του. Βγαίνουμε έξω και περπατάμε προς την Ονασαγόρου και συνεχίζει να μιλά ασταμάτητα, καθώς προσπερνάμε τα παραπήγματα των αλλοδαπών στα στενά δρομάκια.

Θεωρεί τυχερό τον εαυτό του γιατί έχει μια δουλειά και γιατί έχει μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι του. Δουλεύει παράνομα σε ένα φούρνο. Και έχει για σπίτι του μια αποθήκη, προς διακόσια ευρώ τον μήνα. Μια από τις παλιές αποθήκες της πόλης, με εκείνες τις βαριές, σιδερένιες, πλεκτές πόρτες για ασφάλεια, που τις κάνουν να μοιάζουν με φυλακές. Χαρτόνια κι ευτελή αντικείμενα, τα έπιπλά του. Μια τηλεόραση η πιο μεγάλη του πολυτέλεια. Ινδικές ταινίες που ενοικιάζει από γειτονικό κατάστημα, η ψυχαγωγία του.

Ανασύρει από μια βαλίτσα τα χαρτιά του και μου τα δείχνει με περηφάνια. Διαβατήριο και επιστολές δικηγόρων και άδεια παραμονής. Σηκώνω τη μηχανή να τον φωτογραφίσω, αλλά όχι, δεν θέλει φωτογραφία, όχι δεν θέλει να δημοσιεύσω το όνομά του, όχι δεν θέλει να υπάρχει επισήμως - του αρκεί η ανεπίσημή του ύπαρξη, σαν άλλο ένα από τα φαντάσματα των ξένων γύρω του, σε αυτή τη σκληρή και απατηλή πόλη.