«Μου τηλεφώνησε μια μέρα ο πατέρας μου ότι στις 4 το πρωί είχε χαθεί η μητέρα μου, αλλά τη βρήκε λίγο αργότερα. Είχε βγάλει όλα τα ρούχα της, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού μας στον Άγιο Ανδρέα στη Λευκωσία και βγήκε στον δρόμο, μέσα στη βροχή. Περπάτησε ξυπόλυτη και γυμνή, μέχρι το Μετόχι του Κύκκου. Εκεί τη βρήκε ο πατέρας μου, που είχε πάρει το αυτοκίνητο και την έψαχνε».

Η Νόνη Διάκου κάθεται δίπλα μου στην καφετερία και μου περιγράφει, ψύχραιμη και ήρεμη, το κατακλυσμικό κτύπημα της νόσου του Αλτσχάιμερ, πάνω στη μητέρα της Ελένη και την ατέλειωτη αγωνία, όπως την έζησε η ίδια και ο πατέρας της, μέσα από την πάθησή της, που παρουσιάστηκε στα 52 της χρόνια.

Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Ελένης, ο πόνος της Νόνης έγινε αποφασιστικότητα κι απέκτησε στόχο - να βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, αυτούς που ενδέχεται ν’ αρρωστήσουν με άνοια κι αυτούς που θα πρέπει να τους φροντίσουν, να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια της ασθένειας. Και να είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτήν.

Έγραψα και στο ρεπορτάζ, ότι η Νόνη ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ήρθε στο μυαλό μου, παρακολουθώντας την περασμένη βδομάδα τη βράβευση της Αμερικανίδας ηθοποιού Τζούλιαν Μουρ (Julianne Moore), με το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της ως ασθενούς με την πρώιμη μορφή Αλτσχάιμερ, στην ταινία «Still Alice».

Η ταινία βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Lisa Genova, με πρωταγωνίστρια, μια επιτυχημένη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, την Alice Howland, που την υποδύεται η Julianne Moore. Όταν η Alice, στα 50 της χρόνια, διαγιγνώσκεται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ, μαθαίνει με τον πιο δύσκολο κι επώδυνο τρόπο, ότι αξίζει περισσότερο από την ικανότητά της να θυμάται. Αρχίζει προοδευτικά να χάνει τον προσανατολισμό της και τη μνήμη της (π. χ. ξεχνά πού άφησε το κινητό της, ή χάνει τον δρόμο στην πόλη και στη γειτονιά της, ή δεν αναγνωρίζει τα δωμάτια στο σπίτι της) και η ασθένεια αλλάζει τη ζωή της -και τη σχέση της με την οικογένειά της και τον κόσμο- για πάντα.

Παραιτείται από το Πανεπιστήμιο και τελικά δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει ούτε τα ίδια τα παιδιά της. Το βιβλίο και η ταινία εστιάζουν στην εξέλιξη της νόσου για την Alice, αλλά παρουσιάζουν και τη συγκλονιστική επίδραση που αυτή έχει και στην οικογένειά της, τον σύζυγο και τα τρία παιδιά της, καθώς αντιμετωπίζουν τις αλλαγές πάνω της και την ανάγκη να τη φροντίζουν, αφού πλέον δεν μπορεί να φροντίσει μόνη τον εαυτό της.

«Η οικογένεια -και κυρίως ο πατέρας μου- δεν ξεγράψαμε τη μητέρα μου, ούτε την εγκαταλείψαμε», μου είπε η Νόνη Διάκου. Γι’ αυτό η ταινία έχει τίτλο «Still Alice», «Είναι ακόμα η Alice» - παρόλο που ο ασθενής δεν αναγνωρίζει τους άλλους, παραμένει ο εαυτός του και δεν χάνει την ταυτότητά του. Ακόμα και στο τελικό στάδιο, κάτι καταλαβαίνει. Μερικές στιγμές που η μητέρα μου με έβλεπε κατάματα, ένιωθα ότι επικοινωνούσε, έστω καθηλωμένη για τρία χρόνια στο κρεβάτι».