Καταπληκτικό το χιόνι χθες στη Λευκωσία. Ηρεμία της ψυχής.
Ένα σπάνιο απρόοπτο μέσα στη ρουτίνα, που ήρθε κι έφυγε μαγικά, σαν απατηλή εντύπωση. Θα μπορούσα να γράψω το ίδιο χρονογράφημα που έγραψα για την προηγούμενη χιονόπτωση στην πρωτεύουσα πριν από τρία χρόνια. Όμως ο φετινός Φεβρουάριος είναι διαφορετικός από εκείνον. Δηλαδή, εγώ είμαι διαφορετικός. Υπάρχει κανένας από εμάς που δεν αλλάζει μέρα με τη μέρα;

Κι όμως επαναλήφθηκαν πολλά. Η αίθουσα σύνταξης απέκτησε ξαφνικά ζωή κι εκεί που η μέρα αργοσερνόταν σαν θλιμμένη και παραμελημένη σύζυγος, πετάχτηκε μπροστά λες και άρπαξε τη φωτιά της ανυπόμονης ερωμένης.

Οι συνάδελφοι έσπευσαν έξω απ’ τα γραφεία κι άρχισαν να φωτογραφίζονται μέσα στις πυκνές άσπρες νιφάδες και να βγάζουν σέλφι με τα κινητά τους, σαν ενθουσιασμένοι Γιαπωνέζοι τουρίστες.
Αυτή τη φορά δεν κατέβηκα μαζί τους. Το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι αχνίζει ακόμα από το ζεστό ρόφημα, καθώς τους κοιτάζω από το παράθυρο του γραφείου.
Το ρεπορτάζ δεν μπορούσε να περιμένει - αν και, ναι, η γενική διάθεση να παρατήσουμε όλοι τους υπολογιστές μας και να… του δίνουμε, παραμένει διαχρονική…

Να πάμε πού; Να κάνουμε τι; Να πάμε κάπου ζεστά και να αράξουμε. Θα ήθελα να ξαναρίξω μια ματιά στο βιβλίο «Τις μικρές ώρες», του Γιαπωνέζου συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι, που το ρούφηξα πραγματικά την Κυριακή, μέσα σε τρεις ώρες - δώρο αγάπης, αλλά και πρώτη γνωριμία μου με ένα μεγάλο λογοτέχνη και βαθύ γνώστη της ανθρώπινης εμπειρίας και της ανθρώπινης φαντασίας.

Να απολαμβάνω τη σκέψη κάποιου άλλου, να ξεκουράσω τη δική μου.
Έξω είναι πιο ωραία από μέσα, έξω δεν είναι ανάγκη να σκέφτεσαι.
Τουλάχιστον για λίγο, να αφεθείς: Να περπατάς απλώς και να ονειρεύεσαι, απαλλαγμένος από την ευθύνη της ύπαρξής σου.

Έχω την πλάτη μου στο παράθυρο - και αυτό τον Φεβρουάριο, συγκάτοικός μου δεν είναι η Σκεύη, αλλά ο Μιχάλης που, σαν εμένα, έμεινε μέσα κι αυτός και συνεχίζει να γράφει το ρεπορτάζ του.
Κοιτάζουμε από ψηλά τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζω κάθε μέρα, το κυπαρίσσι στην μπροστινή αυλή του κτιρίου, τον μικρό πράσινο θύλακα του ελαιώνα, που έγιναν και πάλι αξιοθέατο για μερικά λεπτά.
Αυτή τη φορά δεν τηλεφώνησα στη Μυρτώ και στον Στέφανο, δεν μοιράστηκα μαζί τους τη στιγμή.

Όμως η σκέψη μου ταξίδεψε σ’ αυτούς κι ακόμα μακρύτερα στο Αμβούργο και στη Δάφνη. Σύντομα μετά, η όμορφη έκπληξη έλιωσε και χάθηκε όπως ήρθε - έμεινε η λευκή της λάμψη στον Πενταδάκτυλο, που μας φάνηκε ακόμα πιο κοντινός μετά την υποχώρηση της ομίχλης και μετά που ανασηκώθηκε το πάπλωμα του μολυβένιου ουρανού.