Πέθανε, προχθές, σε προχωρημένα γηρατειά, ένας από τους παλιούς φίλους του πατέρα μου, της γενιάς που γεννήθηκε μια άλλη περίοδο διεθνούς οικονομικής κρίσης - των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του '20 και των πρώτων της δεκαετίας του '30. Της γενιάς εκείνων που μέσα σε ένα σκοτεινό και απάνθρωπο κοινωνικό πλαίσιο φτώχιας, στερήσεων και αναλφαβητισμού, είδαν το φως μέσα από το Κόμμα κι έκαναν το Κόμμα ολόκληρο το είναι τους, τη ζωή τους, το νόημα της ύπαρξής τους.
Της γενιάς εκείνων που θεοποίησαν, αγιοποίησαν και λάτρεψαν το Κόμμα με απίστευτα ειδωλολατρικό τρόπο - κι αυτό το έμαθα από πρώτο χέρι από τις συζητήσεις που είχα με τον μακαρίτη τον πατέρα μου για την παιδική και εφηβική του ηλικία.
Τότε που, δεκατεσσεράμισι χρονών, τον έβαλε ο συγχωριανός του ο Λάζαρος («από τους πρώτους κομμουνιστές») πάνω στον σκελετό του ποδηλάτου του και τον πήρε από τον Αϊ-Γιώρκη του Σπαθαρικού στο Βαρώσι, να δουλέψει στον Μωϋσή τον εργολάβο. Τότε που δεν μπορούσε ακόμα να σηκώσει τη σίκλα με το τσιμέντο και που κοιμόταν μέσα στα καλούπια, πάνω στα σακούλια του τσιμέντου, γιατί δεν είχε πού αλλού να κοιμηθεί.
Το απόγευμα που σχόλανε, πήγαινε και τον παραλάμβανε από το εργοτάξιο ο Λάζαρος και ο Παντελής του Αθανάση, που ήταν μαρμαράς, και πήγαιναν περιπάτους στη θάλασσα.
Περπατούσαν παραθαλάσσια από το Ακταίον μέχρι τη Χρυσή Ακτή και εξηγούσαν στον Δημήτρη που τους άκουε με ανοικτό στόμα τι είναι κράτος, τι είναι έθνος, τι είναι το Κεφάλαιο που το έχουν μερικοί ενώ άλλοι πεινούν, πώς δουλεύει η Αστυνομία και τα Δικαστήρια στον καπιταλισμό, πώς οι λίγοι δυνατοί εκμεταλλεύονται τους πολλούς και αδύνατους.
Ύστερα από αυτά του μιλούσαν για τον μεγάλο ηγέτη Στάλιν και για τον παράδεισο της Σοβιετικής Ένωσης και τον διαβεβαίωναν ότι όταν ο κομμουνισμός επικρατήσει σε όλον τον κόσμο, δεν θα υπάρχουν Δικαστήρια και Αστυνομίες και δεν θα γίνονται πόλεμοι και θα κυριαρχεί η απόλυτη ευτυχία και όλα αυτά τα πίστευαν ολόψυχα.
Μετά από αυτόν τον περιπατητικό προσηλυτισμό, τον έπαιρναν μαζί τους στις συνεδριάσεις της ΠΕΟ στο μεγάλο της οίκημα στον δρόμο προς το νοσοκομείο Αμμοχώστου και αυτό έγινε το σπίτι του, μέχρι που κατετάγη στο Βρετανικό Ναυτικό τον Δεκέμβρη του 1943 για να πολεμήσει ενάντια στον ναζισμό, υπακούοντας στην έκκληση του ΑΚΕΛ.
Σχόλανε από τη δουλειά και πήγαινε στη βιβλιοθήκη της συντεχνίας, όπου διάβασε όλα τα βιβλία στα ράφια, τους «Αδελφούς Καραμαζόφ», το «Έγκλημα και Τιμωρία», τους «Άθλιους» και άλλα κλασικά, αλλά και πολλά σοβιετικής προέλευσης.
Αργότερα, μετά την αποκάλυψη των εγκλημάτων του Στάλιν, αποκήρυξε τον κομμουνισμό και δεν ανανέωσε ποτέ ξανά την ταυτότητά του ως μέλος του Κόμματος, αλλά πάντα μιλούσε με τρυφερότητα γι' αυτούς τους παλιούς κομματικούς αγκιτάτορες, που ήταν γι’ αυτόν δάσκαλοι και γονιοί και που έκαναν το Κόμμα τη μοναδική του οικογένεια στην αφιλόξενη πόλη.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




