Μου έστειλαν την ιστορία της Σύλβιας, από το Γραφείο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο (UNHCR) - με τη διευκρίνιση ότι «για λόγους προστασίας το όνομα έχει αλλάξει, ενώ η ίδια ζήτησε επίσης να μην αποκαλύψει το επάγγελμά της και την χώρα όπου πρόκειται να μεταβεί, επειδή είναι γνωστή προσωπικότητα στη Συρία και φοβάται αντίποινα για την οικογένεια που έχει μείνει πίσω».

Είναι μια 60χρονη μητέρα και γιαγιά, που κατάφερε να στείλει τον γιο της στο εξωτερικό, μετά που αυτός επέστρεψε στο σπίτι, αιμόφυρτος από σφαίρα που σκότωσε κάποιον άλλο άντρα, δίπλα του.

Η Σύλβια είναι μία από τους 339 πρόσφυγες από τη Συρία, που διασώθηκαν στ’ ανοικτά των ακτών της Κύπρου τον περασμένο Σεπτέμβριο και στη συνέχεια έκανε αίτηση για διεθνή προστασία στην Κύπρο. Τώρα περιμένει να συναντήσει τον γιό της στην ευρωπαϊκή χώρα όπου διαμένει, αφού η αίτησή της για άσυλο έχει γίνει δεκτή για εξέταση σ’ αυτή τη χώρα, σύμφωνα με σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναφέρεται στο σημείωμα της UNHCR, ότι «ύστερα από τρεισήμισι χρόνια τρομακτικού πολέμου, η Σύλβια, μία από τις κορυφαίες επαγγελματίες στον τομέα της στη Συρία, αποφάσισε να αφήσει τα πάντα πίσω, για να είναι με τα παιδιά της που σήμερα ζουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα. “Η ζωή δεν είχε κανένα νόημα πια. Δεν με ένοιαζε για τη δουλειά μου, το σπίτι μου, όλα τα υπάρχοντά που καταφέραμε να αποκτήσουμε με σκληρή δουλειά. Τίποτα δεν με ενδιέφερε. Ποια είναι η σημασία της ζωής μου, αν δεν έχω τα παιδιά μου;” διερωτάται η Σύλβια.

»Μέσα στο χάος του πολέμου, πολλές οικογένειες χωρίζονται. Για τους πρόσφυγες ωστόσο, η επανένωση με τους αγαπημένους τους, μόλις ξεφύγουν από τον πόλεμο και τις διώξεις, δεν αποτελεί εύκολο εγχείρημα. Η Σύλβια - όπως και χιλιάδες πρόσφυγες - κατέβαλε τεράστιο χρηματικό ποσό στους λαθρο-διακινητές για να τη μεταφέρουν στην Ιταλία από τη Συρία, διακινδυνεύοντας τη ζωή της σε μια ψαρόβαρκα, με την ελπίδα της επανένωσης με την οικογένειά της σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. “Ακόμα κι αν ήξερα για τους 4.000 θανάτους στη θάλασσα, πάλι θα το έκανα. Με τη βάρκα υπάρχει 50% πιθανότητα να πεθάνεις και 50% για να ζήσεις. Στη Συρία, είμαι 100% νεκρή”.

»Οι θάνατοι στη Συρία, ο φόβος και οι άγρυπνες νύχτες, το επικίνδυνο θαλάσσιο ταξίδι για να ξεφύγει, αποτελούν πια ένα μακρινό εφιάλτη. Το πρόσωπό της φωτίζεται κάθε φορά που μιλά για τα παιδιά της και τα εγγόνια της και κάνει σχέδια για τη νέα της ζωή. Την ίδια στιγμή, βγάζει από το ψυγείο ένα παραδοσιακό φαγητό με κρέας και αλεύρι που ετοίμασε. “Δοκίμασε το! Εγώ το έκανα”, μου λέει και αμέσως παίρνει ένα χάρτη της Κύπρου, τον δείχνει και μας ζητά να βγάλουμε μια φωτογραφία, λέγοντας: “Είμαι ευγνώμων προς την Κύπρο. Πώς μπορώ να μην είμαι; Η Κύπρος μας έσωσε. Έκανα φίλους εδώ. Οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί, μια μέρα θα έρθω πίσω”».