Με απασχόλησε ιδιαίτερα η πέμπτη από πέντε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων παιδιών, που η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδα Κουρσουμπά, παραθέτει σε εκτεταμένη και τεκμηριωμένη αναφορά της - μια περίπτωση αποκαλυπτική, όχι μόνο του καθαυτό σεξουαλικού εγκλήματος σε βάρος μικρού κοριτσιού, αλλά και μιας σκοτεινής και διεστραμμένης σχέσης του δράστη, με τη σύζυγό του, που έπαιξε τον ρόλο «μεσάζοντα» και «μαστροπού» μεταξύ θύματος και θύτη.

Γράφει η Λήδα Κουρσουμπά: «Κορίτσι, 16 χρονών, που σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε ότι, "σε ηλικία 12 ετών παρακινήθηκε από γυναίκα, 57 ετών, η οποία εργαζόταν στο σχολείο στο οποίο φοιτούσε, να έχει επικοινωνία, μέσω τηλεφώνου και γραπτών μηνυμάτων, με τον σύζυγό της, ηλικίας 64 χρονών.

Η επικοινωνία του παιδιού με τον άντρα ήταν σεξουαλικού περιεχομένου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παιδιού, οι όποιες προσπάθειές του για διακοπή της επικοινωνίας, αντικρούστηκαν με εκβιασμούς και εκφοβισμό από πλευράς της συζύγου. Η επικοινωνία του παιδιού με τον 64χρονο οδήγησε, τελικά, σε εμπλοκή του παιδιού σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του. Οι γονείς του παιδιού απευθύνθηκαν σε εμένα φέρνοντας ενώπιόν μου διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Η υπόθεση θα εκδικαζόταν σε Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι σε Κακουργιοδικείο.

Εναντίον της 57χρονης γυναίκας δεν προσήχθησαν κατηγορίες και αυτή συνεχίζει να εργάζεται στο σχολείο, όπου φοιτά και το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Παρά την επιθυμία της οικογένειας να προβεί σε καταγγελία σε αστυνομικό σταθμό μακριά από την περιοχή στην οποία διαμένουν, αυτό δεν ήταν δυνατό, λόγω της πρακτικής που ακολουθείται από πλευράς Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία η καταγγελία έπρεπε να γίνει στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής στην οποία διαμένουν. Έλλειψη εμπιστοσύνης των γονιών στους θεσμούς του κράτους».

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Λήδα Κουρσουμπά θίγει βέβαια το ζήτημα της μακράς διάρκειας της σεξουαλικής κακοποίησης του κοριτσιού, πριν αυτή καταγγελθεί από τους γονείς -από 12 μέχρι 16 χρονών- πιθανόν λόγω φόβου του παιδιού να την αποκαλύψει αμέσως, ή ακόμα και άρνησης των γονιών να την καταγγείλουν έγκαιρα, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς και προκατάληψης για κοινωνικό στιγματισμό του θύματος και της οικογένειας.

Επίσης παρατηρεί ότι η υποχρέωση των θυμάτων να υποβάλλουν την καταγγελία τους στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό, «λειτουργεί αρνητικά, αφού, παιδί και γονιός φοβούνται, αφενός, για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφετέρου, για το αν η υπόθεση θα εξεταστεί χωρίς αμεροληψία, νοουμένου ότι, πρόκειται για μικρές κοινότητες όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους».

Η στήλη όμως κοντοστέκεται στην αξιοθρήνητη κατάσταση της γυναίκας, που «παρακινεί», «ψαρεύει» και «προμηθεύει» το 12χρονο κορίτσι, στον άντρα της. Και που εκβιάζει και εκφοβίζει το θύμα, όταν η μικρή προσπάθησε να διακόψει την επικοινωνία με τον θύτη.

Θύτης και ταυτόχρονα θύμα εκβιασμών και εκφοβισμών, είναι μάλλον και η ίδια η 57χρονη, που εγκληματεί συνειδητά και παρατεταμένα, πιθανόν για να τροφοδοτήσει και να συντηρήσει την αρρωστημένη εξάρτηση από τον άνθρωπο που παντρεύτηκε.