Ευτυχώς δεν είχε μοιραία κατάληξη, όπως πολλοί φοβήθηκαν, η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά 43χρονου που από προχθές το πρωί κλειδώθηκε μέσα στην μπιραρία του στον δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας, κοντά στην Πύλα, και έμεινε εκεί όλη την προχθεσινή νύκτα, απειλώντας να αυτοκτονήσει και αρνούμενος να παραδοθεί στην Αστυνομία, αφού είχε πυροβολήσει με κυνηγετικό όπλο και τραυματίσει την πρώην σύζυγό του. Έξω από την μπιραρία παρέμειναν, για τις 28 περίπου ώρες που διήρκεσε η περιπέτεια αυτή, άνδρες της Αστυνομίας, που ανακοίνωσε ότι, ύστερα από αρκετές ώρες διαπραγματεύσεων με τους ειδικούς του Ειδικού Αντιτρομοκρατικού Ουλαμού, βγήκε από την μπιραρία και παραδόθηκε στους άνδρες της Δύναμης. Παρούσες στην παράδοση ήταν η μητέρα και η δικηγόρος του.

Όπως ανακοινώθηκε, προχθές γύρω στις δέκα το πρωί, η πρώην σύζυγός του, 41 χρονών από τη Μολδαβία, είχε μεταβεί με δύο φίλες της στην μπιραρία για να συζητήσουν οικονομικά θέματα που αφορούσαν τη διατροφή του παιδιού τους. Σε κάποια στιγμή, για άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία, ο 43χρονος ανέσυρε κυνηγετικό όπλο και έριξε δύο πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα σφαιρίδια να πλήξουν την κοπέλα στον ώμο και στο στήθος, και να τραυματιστεί ελαφρά. Κατάφερε όμως να βγει από την μπιραρία και με το αυτοκίνητό της μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, όπου κατήγγειλε την υπόθεση.

Ο 43χρονος συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα και τέθηκε υπό κράτηση για απόπειρα φόνου, παράνομη μεταφορά και χρήση κυνηγετικού όπλου και εκρηκτικών υλών, και κατοχή όπλου με σκοπό την πρόκληση βλάβης.

Η σοβαρή αυτή υπόθεση φέρνει για ακόμα μια φορά στο προσκήνιο το ζήτημα της έμφυλης βίας, με τη διάπραξη εγκλημάτων και δολοφονιών τα τελευταία δύο χρόνια στην Κύπρο, με δράστες πρώην συζύγους ή συντρόφους και θύματα τις γυναίκες τους. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η συστηματική κακοποίηση, σωματική ή/και ψυχολογική ή επιθετική παρορμητικότητα και η αδυναμία κάποιων αντρών να αντιμετωπίσουν την απόρριψη, και να διαχειριστούν με λογική και ψυχραιμία το διαζύγιο ή τον χωρισμό από τις συζύγους ή συντρόφους τους.

Θυμίζω την περίπτωση του 41χρονου πατέρα, που τον περασμένο Ιούνιο στον Στρόβολο αυτοκτόνησε, αφού πρώτα πυροβόλησε με στρατιωτικό όπλο και σκότωσε την εν διαστάσει σύζυγό του και την 9χρονη κόρη του, ενώ τραυμάτισε σοβαρά τον 14χρονο γιο του. Θυμίζω ακόμα την οικογενειακή τραγωδία στον Κόρνο, όπου 35χρονος πυροβόλησε την πρώην σύζυγό του, μπροστά στα δύο παιδιά του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Η γυναίκα πέθανε λίγες ώρες αργότερα στο νοσοκομείο.

Αυτό που ανησυχεί περισσότερο, είναι ότι οι υποθέσεις αυτές είναι συνήθως γνωστές στο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και στις κρατικές και τις τοπικές Αρχές, αφού προηγούνται, των εγκλημάτων, καταγγελίες των θυμάτων στην Αστυνομία, στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, στα νοσοκομεία, όπου καταφεύγουν μετά από ξυλοδαρμούς και τραυματισμούς από τους βίαιους δράστες.

Φαίνεται ότι το κράτος σηκώνει τα χέρια ανίκανο ή αδιάφορο, ή βουτηγμένο στην παραλυτική γραφειοκρατία του, μη μπορώντας να ασκήσει καμιά πολιτική πρόληψης - μόνο εκ των υστέρων και όταν τα πράγματα πάρουν θανάσιμη τροπή, σπεύδει ασθμαίνοντας να αντιμετωπίσει αυτό το σκληρό μοτίβο ανεξέλεγκτης επιθετικότητας σε βάρος των γυναικών.