Μόλις το περασμένο Σαββατοκύριακο σχολίασα με δύο άρθρα εδώ, ότι με την αθώωση και απαλλαγή από το Κακουργιοδικείο, του μοναδικού κατηγορουμένου στην υπόθεση του «ναού της Αφροδίτης» στην Παλώδια Λεμεσού, για σεξουαλική εκμετάλλευση και εμπορία γυναικών, μαστροπεία, αποζήν από κέρδη πορνείας και διατήρηση οίκου ανοχής, η κυπριακή Πολιτεία και κοινωνία δεν πέρασε αυτό που ήταν το πρώτο σοβαρό τεστ για την ικανότητά της να πολεμήσει πραγματικά τη σωματεμπορία, μετά την ψήφιση του νέου νόμου τον Απρίλη 2014.

Και ότι η υπόθεση χάθηκε για όλους μας, παρά το ότι, δύο από τις αλλοδαπές γυναίκες που εργάζονταν στον «ναό», αναγνωρίστηκαν από την Αστυνομία ως θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας, δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας. Κι αυτό γιατί το δικαστήριο έκρινε «αναξιόπιστη» τη μαρτυρία της νεαρής Μαροκινής μάρτυρα κατηγορίας. Δυστυχώς, στην περίπτωση αυτή, οι θύτες που τις εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά και που τις εμπορεύτηκαν, παρέμειναν στο απυρόβλητο για να συνεχίσουν να εκπορνεύουν και να πουλούν γυναίκες.

Σχολίασα, ακόμα, ότι επιβεβαιώθηκε η παρατήρηση που μου έκανε σε ανύποπτο χρόνο η υπαστυνόμος Ρίτα Σούπερμαν, επικεφαλής του Γραφείου της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων, ότι η Αστυνομία δυσκολεύεται να στοιχειοθετήσει υποθέσεις εναντίον των σωματεμπόρων.

Έγραψα ότι ένας από τους λόγους, είναι η μακρά περίοδος που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη και η αποτυχία του κράτους να προστατέψει επαρκώς τα θύματα από τους εκβιασμούς και τις πιέσεις στο μεσοδιάστημα και να τους παράσχει ψυχολογική στήριξη, ώστε να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο αξιόπιστη και όχι αναξιόπιστη μαρτυρία.

Και να που, προχθές, προέκυψε μια νέα υπόθεση σωματεμπορίας και εκπόρνευσης γυναικών σε μπιραρία στη Λευκωσία, όπου δύο αλλοδαπές κοπέλες αναγνωρίστηκαν από το Γραφείο της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων, ως θύματα trafficking και μια τρίτη ως πιθανό θύμα, ενώ συνελήφθησαν και κρατούνται ο ιδιοκτήτης της μπιραρίας και η σύζυγός του.

Ελπίζω ότι δεν θα επαναληφθεί το μοτίβο της αποτυχίας μας και σε αυτήν την περίπτωση, ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί όσο το δυνατόν συντομότερα και ότι θα απονεμηθεί δικαιοσύνη.
Και με την ευκαιρία υπενθυμίζω το βασικό εύρημα έρευνας που παρουσίασε τον Οκτώβρη 2014 η Άννα Πηλαβάκη, εμπειρογνώμονας σε θέματα ισότητας φύλου, ότι «η αυστηρή ποινική δίωξη και καταδίκη των διακινητών (και των διεφθαρμένων δημοσίων λειτουργών), αποτελεί το σοβαρότερο έλλειμμα αποτελεσματικής αντιμετώπισης της εμπορίας προσώπων στην Κύπρο».

Ενώ, όπως επεσήμανε η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ελίζα Σαββίδου, «πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία στο θέμα της σωματεμπορίας. Χωρίς την εμπέδωση και την κατανόηση της σοβαρής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συντελείται κατά την εμπορία ανθρώπων, τόσο από τους αξιωματούχους του κράτους που σχεδιάζουν τις πολιτικές αναχαίτισής της, όσο και από τους δημόσιους λειτουργούς που καλούνται να την αναγνωρίσουν και να τη διαχειριστούν, καθώς και από την ευρύτερη κοινωνία που -ηθελημένα ή μη- συντηρεί το σύστημα της εκμετάλλευσης, καμιά νομοθεσία και κανένα θεσμικό πλαίσιο δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά».