Ξεχώρισα τον συμπυκνωμένο και ουσιαστικό λόγο της νεαρής λειτουργού του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ζηναΐδας Ονουφρίου, στη χθεσινή ημερίδα του Δήμου Λευκωσίας με τίτλο «Οι τοπικές κοινωνίες ανοιχτές στην ένταξη μεταναστών».

Είπε μεταξύ άλλων: «Η ένταξη των μεταναστών στην κυπριακή κοινωνία, η δίκαιη μεταχείριση και αντιμετώπισή τους από την πολιτεία και η σταδιακή διαμόρφωση μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ενώ βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, συσκοτίζονται παράλληλα από φόβους και μύθους. Από τον φόβο ότι οι μετανάστες όχι μόνο απειλούν την εθνική μας ταυτότητα αλλά ευθύνονται εν πολλοίς και για τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας και από τον μύθο ότι η Κύπρος ήταν ανέκαθεν μια εθνικά ομοιογενής χώρα.

»Δεν θα επιχειρήσω να καθησυχάσω αυτούς τους ανυπόστατους φόβους, ούτε τον ανεδαφικό μύθο που τους καλλιεργεί. Θεωρώ αυτονόητο ότι όσοι είμαστε εδώ, γνωρίζουμε και την ιστορία της χώρας μας και την πολιτική και οικονομική κατάσταση του τόπου. Θα εστιάσω στο γεγονός ότι η Κύπρος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια από χώρα αποστολής, σε χώρα υποδοχής μεταναστών και βρίσκεται κατά συνέπεια ενώπιον μιας μεγάλης πρόκλησης, της ενσωμάτωσης ενός σημαντικού αριθμού μεταναστών. Σχεδόν ένα ποσοστό 18% των κατοίκων της Κύπρου είναι μεταναστευτικής προέλευσης. Η κοινωνική αυτή πραγματικότητα όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοηθεί, αλλά είναι καταδικασμένη να λειτουργήσει ανασταλτικά για την πρόοδο και κοινωνική ευημερία της χώρας, όσο συζητείται με όρους διχοτόμησης και αντιπαράθεσης ανάμεσα σε “εμάς” και στους “άλλους”.

»Παρά τους αρκετούς ορισμούς της ένταξης, ως μιας δυναμικής αμφίδρομης διαδικασίας ανάμεσα στους μετανάστες και στους πολίτες των κρατών υποδοχής, ο προσδιορισμός της στην πράξη παρουσιάζει αρκετές διαφοροποιήσεις. Μπορεί να σημαίνει διεκδίκηση μιας μεγαλύτερης κοινωνικής δραστηριότητας ή αυξημένη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις μπορεί να καθορίζεται από τη γνώση της γλώσσας, της ιστορίας και των θεσμών της χώρας υποδοχής ή το αίτημα για απόκτηση υπηκοότητας.

»Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις, ένας βασικός ορισμός καθορίζει την ένταξη ως μια συγκεκριμένη διεργασία που επιτρέπει την ενεργή συμμετοχή στη χώρα υποδοχής διαφορετικών στοιχείων και επιρροών μέσα σε ένα πλαίσιο ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται τη συνάντηση δύο επιθυμιών: αυτή του μετανάστη να μην αντιμετωπίζεται ως "ξένος" και "ανεπιθύμητος" και αυτή της κοινωνίας υποδοχής να τον δέχεται ως ισότιμο μέλος της.

»Ενώ έχει γίνει πια αντιληπτό ότι οι μεταναστευτικές ροές (μικτές και προσφυγικές) δεν πρόκειται να ανακοπούν, ίσα ίσα εντείνονται με ραγδαίους ρυθμούς λόγω και της έκρυθμης κατάστασης που υπάρχει στη γύρω περιοχή, η πολιτεία αντί να διαμορφώσει έγκαιρα την κατάλληλη πολιτική και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, επιδεικνύει αδράνεια και αντιμετωπίζει τη μετανάστευση σαν ένα παροδικό φαινόμενο, περιοριζόμενη σε διοικητικά και αστυνομικής φύσης μέτρα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετανάστες έχουν πλέον εγκαταστασταθεί μόνιμα στη χώρα, δημιουργούν οικογένειες ή επανενώνονται με τις οικογένειές τους από τις χώρες καταγωγής τους, δείχνει ότι η μετανάστευση μόνο παροδική δεν είναι. Η πλειονότητα των μεταναστών ήρθε για να μείνει στη χώρα μας, είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα, είτε μόνιμα και οι περισσότεροι προσβλέπουν στην ενσωμάτωσή τους στην κυπριακή κοινωνία».