Κοντοστέκομαι σε μια από τις θεμελιακές αναφορές της «γιουνγκιανής» ψυχαναλύτριας Αγγελικής Γιασεμίδου, στη συνέντευξή της στον υπογράφοντα: «Ένα από τα ωραία που είπε ο Καρλ Γιουνγκ, είναι ότι ο καθένας από εμάς έχει ένα κομμάτι που είναι στη σκιά, πάνω στο οποίο προβάλλουμε ό,τι αρνητικό -τον "άλλο"- αλλά, στην ουσία, προβάλλουμε εκείνο που είμαστε εμείς και δεν μπορούμε να δούμε καθαρά. Ό,τι σε ενοχλεί για τον άλλο, πρέπει να το προσέξεις, γιατί λέει για σένα κάτι σημαντικό».

Με άλλα λόγια, συχνά βλέπουμε στον αντίπαλο δικά μας λάθη (όπως το ίδιο κάνει και αυτός) και μάλιστα εξογκωμένα, παρατραβηγμένα και υπερβολικά, κι αυτή η ψυχολογική «ανάγκη» γίνεται επικίνδυνη σε περιόδους κρίσης, σαν την παρούσα.

Σαν συνέχεια αυτής της σκέψης, ρώτησα την Αγγελική ποιο ρόλο παίζουν στο συγκεκριμένο σκηνικό οι πολιτικοί μας ή, τελοσπάντων, κάποιοι πολιτικοί μας. Αβίαστη ήρθε η απάντηση: «Κεφαλαιοποιούν πάνω στον φόβο και τον διαχωρισμό και δημαγωγούν, προσβλέποντας στις επόμενες εκλογές. Στην Κύπρο κτίστηκε ένας μύθος γύρω από το τι μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί - ότι είναι οι σωτήρες, που θα μας σώσουν από αυτή την κατάσταση. Κανένας πολιτικός δεν έχει τέτοια δύναμη, σε καμιά χώρα του κόσμου. Οι πολίτες έχουμε πολύ περισσότερες δυνατότητες αλλαγής, από τον κάθε πολιτικό».

Η αναφορά της Αγγελικής με οδήγησε στο «Αρχέτυπο του Ολοκληρωτισμού», το βιβλίο-σταθμό του Γιουνγκ, στο οποίο περιγράφει πώς, μέσα σε συνθήκες φόβου, ο όχλος έλκεται από τους διάφορους Χίτλερ και Στάλιν, από τα ολοκληρωτικά κράτη που θα «αναλάβουν την ευθύνη» για να μας «σώσουν».

Η παιδεία και η πραγματική δημοκρατία, όπου οι διαφορές και οι συγκρούσεις επιλύονται με διάλογο και όχι με τη συντριβή του άλλου, είναι το αντίδοτο στον παραλογισμό.

Και, όπως έγραψε άλλος ένας μεγάλος ψυχαναλυτής και φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ο Έλληνας Κορνήλιος Καστοριάδης, «υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο.

Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία "διαφανή” κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση. H αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου, δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες, συναντούν τεράστια εμπόδια.

Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε, μέχρι σήμερα, οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σοβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα».