Πριν προχωρήσετε παρακάτω, διαβάστε στη σελίδα 26 το άρθρο του Ανδρέα Μορφίτη, στελέχους του Ευρωπαϊκού Κόμματος, που σχολιάζει αρνητικά το ρεπορτάζ μου της 15ης Δεκεμβρίου 2014 για την κοινή εκδήλωση της προηγούμενης μέρας, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, στο ερειπωμένο χωριό Άγιος Σωζόμενος, με την οποία ανακοίνωσαν την ίδρυση της Κίνησης για την Ομοσπονδιακή Κύπρο.
Να τον ευχαριστήσω αρχικά γιατί εκφράζει την πολιτική διαφωνία του, τη δυσαρέσκεια και, αν θέλετε, την οργή του με εποικοδομητικό τρόπο, χωρίς τους συνηθισμένους λαϊκισμούς και ισοπεδωτικούς χαρακτηρισμούς των πολιτικάντηδων, συμβάλλοντας έτσι έμπρακτα σε έναν δημοκρατικό και πολιτισμένο διάλογο, αντάξιο του οράματος για μια κοινωνία απαλλαγμένη από τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία και γενικά την κουλτούρα της συντριπτικής απόρριψης εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά, που δεν αποδέχεται εύκολα τους επίσημους μύθους και θέλει να έχει μιαν όσο γίνεται αντικειμενική αντίληψη της ιστορίας - ιδιαίτερα στο κυρίαρχο κυπριακό πρόβλημα, που αν παραδεχτούμε ότι δεν άρχισε με την τουρκική εισβολή του 1974, την κατοχή και την προσφυγοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού -Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων- θα διαπιστώσουμε ότι εμπεριέχει πολλές σκοτεινές πτυχές για την επικράτηση ακραίων σοβινιστικών ιδεών και στις δύο κοινότητες, μετά την ανεξαρτησία του 1960.
Ένα από τα συγκρουσιακά πεδία, όπου αναμετρήθηκαν αυτές οι ιδέες, υπήρξε το μΕικτό χωριό Άγιος Σωζόμενος, με την πλειοψηφία των κατοίκων του να είναι Τουρκοκύπριοι, που όπως ανέφερα στο επίμαχο ρεπορτάζ μου, είχε ουσιαστικά εγκαταλειφθεί το 1964, μετά από φονική επίθεση Ελληνοκυπρίων γειτονικών χωριών.
Αυτή ακριβώς η αναφορά μου «ξένισε περισσότερο» τον Ανδρέα Μορφίτη, όπως γράφει, μόνο που δεν κατάλαβα, από τις εξηγήσεις του, γιατί τον ξένισε τόσο πολύ και τι, ακριβώς, τον ξένισε τόσο πολύ: τον ξένισε η ιστορική αλήθεια της εγκατάλειψης του χωριού, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ή το γεγονός ότι αναφέρθηκα σε αυτήν; Είτε το ένα συμβαίνει είτε το άλλο είτε και τα δύο, θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη μια τέτοια αναφορά στη δημοσιογραφική κάλυψη αυτής της εκδήλωσης, γιατί εξηγεί ακριβώς την επιλογή από τους οργανωτές, του εγκαταλελειμμένου χωριού, για την εξαγγελία της πρωτοβουλίας τους.
Στη συνέχεια ο αρθρογράφος υποβάλλει ερωτήσεις, αλλά και εισηγήσεις, με βάση τις δικές του αντιλήψεις των πραγμάτων, που δεν απευθύνονται σ' εμένα, αλλά στους οργανωτές της εκδήλωσης, οπότε δεν νομίζω να περιμένει να του απαντήσω εγώ, για αποφάσεις που πήραν άλλοι. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό περιμένει ακριβώς, γιατί όπως αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στο υστερόγραφό του, με ταυτίζει με εκείνους. Έχω μια παρατήρηση στο υστερόγραφο του κ. Μορφίτη, όπως και στον ποιητικό του επίλογο.
Το ότι κάλυψα ειδησεογραφικά την εκδήλωση, δεν σημαίνει κιόλας ότι έχω οποιαδήποτε σχέση με τους οργανωτές της. Έτσι, περιμένω να σεβαστεί την επιλογή μου να μην ανήκω πουθενά και συνεπώς να ασκήσει κριτική, αν το επιθυμεί, στις δικές μου ιδέες, χωρίς να με τσουβαλιάζει αυθαίρετα, με οποιουσδήποτε άλλους, περιλαμβανομένης και της Βικτώρια Χίσλοπ και του μυθιστορήματός της, «Ανατολή».
Και αν ο κ. Μορφίτης θέλει πραγματικά να ψάξει για εγχειρίδια τουρκικής, ελληνικής, ή οποιασδήποτε άλλης προπαγάνδας, ας απευθυνθεί στους κίβδηλους και ψεύτικους επαναστάτες του Παντελή Μηχανικού, που επικαλείται ο ίδιος.




