Τον επισκέφθηκα Χριστούγεννα στο ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων, στο βόρειο Λονδίνο.
Ο μεγάλος γιατρός της παροικίας ήταν πια αφοπλισμένος και ανήμπορος. Το κύρος του εξαφανίστηκε. Η εξουσία του. Το ανάστημά του. Μου έδειξε περήφανος το βιβλίο που κρατούσε, με αφιέρωση από ένα φίλο του καθηγητή της Χειρουργικής στο University College: «Στον γιατρό, γλωσσομαθή, ποιητή, θεατρικό συγγραφέα και φιλόσοφο. Για τα γενέθλια στα 90 του». Υπήρχε κάτι επικό στα τρεμάμενα χέρια του και στη τσεκουράτη του μνήμη.

Μου μιλούσε για τον Φρόιντ λες και ήταν φίλος του. Έκλαιγε κάθε δυο λεπτά. Κοίταξα γύρω μου... Κι ύστερα περπάτησα μαζί του, σε αυτό που είναι το σπίτι του, μέχρι το τέλος... Οι ανακαινισμένες και μοντέρνες εγκαταταστάσεις έρχονταν σε ζωηρή αντίθεση με τα ευάλωτα και ετοιμόρροπα σώματα των ηλικιωμένων που τις κατοικούν. Οι άνθρωποι έκαναν τον κύκλο τους και λίγο πριν κλείσει, συναντήθηκαν εδώ.

Ήρθαν από πολύ μακριά πριν από πολλά χρόνια, παιδιά και νεαροί άντρες και γυναίκες στις δεκαετίες του σαράντα, του πενήντα, του εξήντα: Από τη Μόρφου. Από την Αμμόχωστο. Από το Λευκόνοικο, την Κυθραία, τη Λεμεσό, την Πάφο, την Κερύνεια, τόπους κάποτε αγαπημένους που σβήστηκαν από καιρό στη χαμένη τους μνήμη, ή που υπάρχουν εκεί μόνο σαν αχνές ψηφίδες μιας ξεθωριασμένης εικόνας.

Όταν έφτασαν εδώ, το Λονδίνο ήταν μια πόλη μαυρισμένη από το κάρβουνο που έκαιγε στις καμινάδες, μισογκρεμισμένη ακόμα από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Στα ενοικιασμένα τους δωμάτια στο Finsbury Park, στο Elephant and Castle, στο Manor House και στο Haringay δεν είχαν ηλεκτρισμό, ούτε αποχωρητήριο ή μπάνιο. Λούζονταν μια φορά τη βδομάδα σε δημόσια λουτρά και χρησιμοποιούσαν δημόσια αποχωρητήρια.

Δούλεψαν σκληρά σε κτηνώδη ωράρια στις λάντζες, στα εστιατόρια, στα εργοστάσια ρούχων, στα μανάβικα, στους φούρνους και στις οικοδομές κι αγόρασαν μικρά σπίτια. Οι άντρες έφεραν κοπέλες απ' την Κύπρο με προξενιά και τις παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και αγόρασαν πιο μεγάλα σπίτια, μπήκαν στις δικές τους μπίζνες κι απέκτησαν χρήματα, απέκτησαν περιουσία, απέκτησαν εγγόνια και δισέγγονα.

Αλλά, τα παιδιά τους έχουν σήμερα υποχρεώσεις, δουλειές, δάνεια, παιδιά και εγγόνια δικά τους. Έτσι, άντρες και γυναίκες στα ογδόντα και στα ενενήντα τους, με το ταίρι τους να έχει πεθάνει, βρέθηκαν συγκάτοικοι στο ίδρυμα φροντίδας.

Υπάρχουν κι αυτοί που ξανανιώνουν και ανακουφίζονται μέσα από την παρέα και τη συναναστροφή. Καρδιές μωρών σε σώματα γέρων. Πολλοί σέρνονται σκιαμαχώντας και κουβεντιάζοντας με πρόσωπα πεθαμένα από καιρό. Συχνά συναντώνται στους διαδρόμους χωρίς ν’ αναγνωρίζονται μεταξύ τους.

Κάποιοι νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι έκαναν παλιά και θέλουν να φύγουν στο σπίτι τους, να τελειώσουν τις δουλειές τους που άφησαν στη μέση πριν από χρόνια. Αλλά αν οι φροντίστριες τούς βγάλουν στην εξώπορτα, θα πισωπατήσουν αμήχανοι, γιατί δεν θα ξέρουν πού αλλού να παν - και μάλλον δεν έχουν πού αλλού να παν.