Στο άρθρο μου με τίτλο «Είναι κλειστές οι πόρτες του παράδεισου» (19 Δεκεμβρίου 2014), όπου φιλοξενώ απόψεις και εντυπώσεις της Αντρούλας Χριστοφίδου Ενρίκε, Προέδρου της οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking, με αφορμή την επίσκεψή της στις Κεντρικές Φυλακές, στην εκδήλωση για τις καλλιτεχνικές δημιουργίες των φυλακισμένων, πήρα το εξής μήνυμα:

«Αγαπητέ Μάριε, πολύ όμορφα θέτει κάποια πράγματα η κυρία Ανδρούλα Χριστοφίδου Ενρίκε, τα οποία σε συγκινησιακό επίπεδο, μπορεί να προσφέρουν κάτι, αλλά σε πρακτικό επίπεδο, απολύτως τίποτα. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω τις αγνές προθέσεις της κυρίας Χριστοφίδου, θα ήθελα να τη συμβουλεύσω να προσέχει τι εύχεται, όταν ζητά να φιλοξενηθεί για καμιά 15ριά μέρες σε αυτόν τον υπέροχο χώρο… γιατί μπορεί για την κυρία Χριστοφίδου να είναι μια ανώδυνη και ενδιαφέρουσα εμπειρία, αλλά για κάποιον που κάνει χρόνια να δει και ν’ αγγίξει τα αγαπημένα του πρόσωπα, χρόνια να γευτεί τις απλές χαρές της ζωής, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Και αυτός ο υπέροχος χώρος, όπως τον φαντασιώθηκε στις δύο ώρες της εκδήλωσης, μόνο υπέροχος δεν είναι…

Μπορεί να άλλαξαν κάποια πρόσωπα, μπορεί μέσα από δύο γιορτούλες και όμορφα λόγια να γίνεται μια προσπάθεια να δοθεί μια διαφορετική εικόνα προς τα έξω, αλλά την ουσία και το πραγματικό πρόσωπο της κυπριακής φυλακής, το ξέρουν καλά μόνο αυτοί που το ζουν καθημερινά και όχι μόνο για 15 μέρες - χωρίς να μηδενίζουμε τα πάντα και χωρίς να παραβλέπουμε ότι κάποιες πρακτικές βασανισμού έχουν σχεδόν εκλείψει. Όλες οι άλλες βασικές αλλαγές που θα έπρεπε άμεσα να γίνουν και προς εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες, αλλά και για μια πιο ανθρωποκεντρική προσέγγιση, έχουν μείνει σε επίπεδο υποσχέσεων.

Πολλές από τις απόπειρες αυτοκτονιών, αλλά και αυτοκτονίες, έχουν γίνει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, γιατί απουσιάζει από τον χώρο των φυλακών, αυτό που όλοι εδώ χρειαζόμαστε: ελπίδα. Η ελπίδα άρχισε να απομακρύνεται και πάλι με την παρέλευση κάποιων μηνών από την ανάληψη των καθηκόντων της νέας διεύθυνσης - άλυτα προβλήματα που πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα, απότοκο μιας γενικής αδιαφορίας (δες δημόσια υπηρεσία), αιτήσεις που χάνονται ή που καθυστερούν τόσο πολύ να απαντηθούν, που καλύτερα να μην τις είχες κάνει ποτέ.

Μια γενική ευθυνοφοβία κρυβόμενη πίσω από νομικίστικα τερτίπια, κρατά στάσιμη μια κοινωνία που είναι και πάλι έτοιμη να εκραγεί. Αξιολόγηση καμιά, δεύτερες ευκαιρίες ούτε γι’ αστείο και ένα πολυσυζητημένο parole, που είναι και ευρωπαϊκή υποχρέωση, να μην μπορεί να εφαρμοστεί σε όλον αυτόν τον αναχρονισμό σε νόμους και κανονισμούς. Στην Κύπρο το σύστημα εκδικείται, δεν σωφρονίζει. Ήδη απεργίες πείνας για διάφορα ζητήματα, έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Και πώς να μην οργίζεται κανείς, όταν ακόμα και νέες πρακτικές, όπως το βραχιόλι που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια δεύτερη ευκαιρία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, σε άτομα που το έχουν πραγματική ανάγκη (π.χ. άτομα με καλή συμπεριφορά και ανήλικα παιδιά), να εξευτελίζονται ως μέσο εξυπηρέτησης επωνύμων φυλακισμένων…

»Κι εδώ, με όλον τον σεβασμό, θα ήθελα να πληροφορήσω την αξιοσέβαστη διευθύντρια κυρία Αριστοτέλους, που προ ημερών ανακοίνωνε κάποια νέα μέτρα από τηλεοράσεως σε σχέση π.χ. με τις επισκέψεις, ότι αυτές είναι όσες ήταν πάντα, δηλαδή 6 - και δεν έγιναν 12 (από 10), όπως είχε πει…».