Σε ένα μόνο σημείο της γραπτής, πρώτης εκτίμησης που μας έστειλαν προχθές οι ερευνητές του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου για την παγκύπρια έρευνα περί της σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων παιδιών, ξέφυγαν από την ουδέτερη, ξερή παράθεση των στοιχείων και επέτρεψαν στον εαυτό τους να εκφραστεί με δημοσιογραφικό, ή αν θέλετε, συναισθηματικό τρόπο. Ήταν το σημείο που αναφερόταν στη διαχείριση της κακοποίησης, από τα θύματα.

«Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το συνταρακτικό γεγονός ότι πολύ μικρό ποσοστό (14%) των συμμετεχόντων που έχουν θυματοποιηθεί ζήτησε βοήθεια. Το υπόλοιπο 86% αποσιώπησαν το γεγονός και δεν ζήτησαν κανενός είδους βοήθεια ή στήριξη».

Ο χαρακτηρισμός του γεγονότος της αποσιώπησης, ως «συνταρακτικού», αποδίδει την κρισιμότητα που η ερευνητική ομάδα αναγνωρίζει σ’ αυτό - πολύ περισσότερο γιατί η αποσιώπηση του εγκλήματος δεν αφορά μόνο τα θύματα, αλλά και τους γονείς, την οικογένεια και τους επαγγελματίες (εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς και δικηγόρους), που έρχονται σε επαφή με περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης.

«Στις περιπτώσεις όπου δεν έγινε διαχείριση του περιστατικού», αναφέρεται στην ανάλυση των αποτελεσμάτων από τους ερευνητές, «αρκετά υψηλό ποσοστό για την απραξία συγκέντρωσε η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων (π.χ., απευθείας αναφορά από το παιδί), ακολουθούμενο από τον δισταγμό ή φόβο του επαγγελματία και την παρέμβαση της οικογένειας του θύματος με στόχο την αποσιώπηση του γεγονότος. Σημαντικό συμπέρασμα από τα αποτελέσματα αυτά, είναι ότι η επιμόρφωση των επαγγελματιών και η κατάρτισή τους σε θέματα σεξουαλικής κακοποίησης, είναι πρωτεύον ζήτημα για την αντιμετώπιση του φαινομένου».

Να διευκρινίσω ότι το φαινόμενο αυτό, όπως περιγράφεται στην έρευνα, αφορά λεκτική σεξουαλική προσέγγιση μέσω διαδικτύου ή κινητού, με σκοπό τη διέγερση και προσωπική ικανοποίηση, έκθεση σε πορνογραφικό υλικό, άγγιγμα, επίδειξη γεννητικών οργάνων, ή συνουσία.

Κατά την προσωπική μου άποψη, οι ερευνητές θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν επίσης «συνταρακτικό» το εύρημα ότι «στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης, ο συνήθης φερόμενος ως θύτης, τείνει να είναι γνωστό αγόρι κάτω των 18, ενώ για περιπτώσεις κακοποίησης μέσω διαδικτύου, ο συνήθης φερόμενος ως δράστης τείνει να είναι άγνωστος ενήλικας άνδρας. Αναφορικά με το φύλο του θύματος, στις πλείστες μορφές κακοποίησης δεν διαφάνηκαν διαφορές.

Εκεί που σημειώθηκαν διαφορές, ήταν στην αυξημένη λεκτική σεξουαλική κακοποίηση πρόσωπο-με-πρόσωπο ή μέσω διαδικτύου για τα κορίτσια και στην έκθεση πορνογραφικού υλικού για τα αγόρια. Η εν λόγω διαφορά πιθανότατα να μπορεί να αποδοθεί σε κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, οι οποίες τοποθετούν το παιδί σε μειονεκτική θέση αναφορικά με την προάσπιση των δικαιωμάτων του».

Αυτή η πρώτη ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας δεν προχωρεί σε εκτενέστερη αναφορά στη συγκεκριμένη πτυχή, αποκαλύπτει όμως με συγκλονιστική ενάργεια, την ευθύνη των γονιών και του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση των ανήλικων αγοριών, σε σεξουαλικούς θύτες των συνομήλικων κοριτσιών του σχολείου ή της γειτονιάς τους - αγοριών που εκπαιδεύονται από μικρά παιδιά, στη «φυσιολογικότητα» της βίαιης σεξουαλικής προσέγγισης του άλλου φύλου, που δεν είναι τίποτε άλλο από εκπαίδευση στον μισογυνισμό.