Πριν προχωρήσετε παρακάτω, διαβάστε στη σελίδα 26 το άρθρο του Δημάρχου Δερύνειας Άντρου Καραγιάννη για το «αόρατο τείχος της Γερμανίας» - μια πολύ ενδιαφέρουσα, θα έλεγα αποκαλυπτική, άποψη για μιαν άλλη Γερμανία από αυτήν που κυριαρχεί ως ιδέα, αλλά και ως πραγματικότητα, στην τρέχουσα επικαιρότητα.
Είναι η άποψη ενός ανθρώπου που έζησε και σπούδασε στην επανενωμένη χώρα για έξι χρόνια (στην πόλη της ανατολικής Γερμανίας, Λειψία) από το 1992 μέχρι το 1998 και που έχει για μένα βαρύνουσα σημασία, παρόλο που διαφωνώ με αυτήν - ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό.
Αρχίζει το άρθρο με μια λιτή περιγραφή, λογοτεχνικής γοητείας: «Συμπληρώθηκαν πρόσφατα 25 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το οποίο οδήγησε στην επανένωση της Γερμανίας. Αρκετοί Ανατολικογερμανοί έσπευσαν τότε να σκαρφαλώσουν στο τείχος για να περάσουν πρώτοι τις πύλες του παραδείσου και να γευτούν τους καρπούς των ανθισμένων τοπίων (bluehende Landschaften) που τους υποσχόταν ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, με παράξενη κόμμωση και παλιομοδίτικα για τους Δυτικογερμανούς ρούχα, έβγαιναν από τα παράθυρα των “φθηνών” ανατολικογερμανικών αυτοκινήτων Trabant και Wartburg κραυγάζοντας “wir haben es geschafft”, τα καταφέραμε. Αρκετοί από αυτούς έπεφταν στις αγκαλιές των περαστικών κλαίγοντας από χαρά, ευχαριστώντας συνάμα τους πολιτικούς για την πραγματοποίηση αυτού του άπιαστου ονείρου».
Στη συνέχεια ο συγγραφέας, περνά από τη «δημοσιογραφική» καταγραφή, στην πολιτική ερμηνεία.
«Δεν άργησαν όμως (οι Ανατολικογερμανοί), να γευτούν την πικρία και την καχυποψία με την οποία τους αντιμετώπισαν οι συμπατριώτες τους Δυτικογερμανοί. Το κοινωνικό κράτος, οι ιατροφαρμακευτικές παροχές, το κράτος προνοίας και το αποδοτικό σύστημα εκπαίδευσης που απολάμβαναν στην Ανατολική Γερμανία, αποτελούσαν γι’ αυτούς πλέον παρελθόν», υποστηρίζει ο Άντρος Καραγιάννης και στην ουσία αντιφάσκει με ό,τι κατέγραψε προηγουμένως.
Αφού οι Ανατολικογερμανοί, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, «απολάμβαναν στην Ανατολική Γερμανία, το κοινωνικό κράτος, τις ιατροφαρμακευτικές παροχές, το κράτος προνοίας και το αποδοτικό σύστημα εκπαίδευσης», γιατί «έσπευσαν τότε να σκαρφαλώσουν στο τείχος»; Γιατί «κραύγαζαν “wir haben es geschafft”, τα καταφέραμε;». Γιατί «αρκετοί από αυτούς έπεφταν στις αγκαλιές των περαστικών κλαίγοντας από χαρά, ευχαριστώντας συνάμα τους πολιτικούς για την πραγματοποίηση αυτού του άπιαστου ονείρου;».
Ο αρθρογράφος αναφέρεται σε «στερεότυπα μεταξύ των Ανατολικογερμανών (Ossis) και των Δυτικογερμανών (Wessis) που συνεχίζουν να υπάρχουν» και για τους «Ανατολικογερμανούς που γίνονται αντικείμενα χλευασμού».
Και καταλήγει με μια σκοτεινή νότα, ότι «το αόρατο τείχος μεταξύ της κοινωνίας των Γερμανών πολιτών εξακολουθεί να υπάρχει και δύσκολα θα γκρεμιστεί». Και ότι «το μόνο που ενώνει σήμερα τους Γερμανούς από την ανατολική μέχρι τη δυτική Γερμανία είναι η Εθνική Ομάδα Ποδοσφαίρου».
Συμφωνώ σε ένα βαθμό για την ύπαρξη του «αόρατου τείχους», αλλά κάθε καλόπιστος παρατηρητής θα διαπίστωνε, τα τελευταία 25 χρόνια, μια τεράστια αλλαγή προς το καλύτερο, σε όλη την επανενωμένη Γερμανία, που οφείλεται στην πραγματική επιθυμία του κράτους και του λαού της, για την επανένωση.
Και αν υπάρχει «διάκριση που δημιούργησε ρωγμές στις σχέσεις Ανατολικών και Δυτικογερμανών», όπως υποστηρίζει ο Άντρος Καραγιάννης, ας αναζητήσει την αιτία, όχι στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, αλλά στους δύο ολοκληρωτισμούς -τον ναζιστικό και τον σοβιετικό- που κατέστρεψαν, δίχασαν και διέλυσαν τη χώρα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




