Μια καταπληκτική ιδέα για έμπρακτη συνεργασία Κυπρίων δημοσιογράφων και μεταναστών με δημοσιογραφική πείρα ή ενδιαφέρον, δίνει πρόσφατη έρευνα που εκπονήθηκε από το ΤΕΠΑΚ σε συνεργασία με το ερευνητικό ινστιτούτο CARDET (Centre for the Advancement of Research and Development in Educational Technology) και το CCMC (Cyprus Community Media Centre).
Η εισήγηση της Δρος Δήμητρας Μηλιώνη, επίκουρου καθηγήτριας στο Τμήμα Επικοινωνίας και Σπουδών Διαδικτύου του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, του Μιχάλη Σιμόπουλου και του Δρος Χαράλαμπου Βρασίδα από το CCMC και το CARDET αντίστοιχα, ανοίγει μια νέα προοπτική και δυναμική στην κλειστοφοβική κυπριακή δημοσιογραφία, με την ένταξη στο ανθρώπινο δυναμικό των κυπριακών ΜΜΕ, δημοσιογράφων υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν στην Κύπρο.
Ξέρω ότι για κάποιους ιδιοκτήτες εφημερίδων, τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών σταθμών, ακόμα και για κάποιους συναδέλφους, είναι εξωπραγματική (αν όχι αποκρουστική), η σκέψη να εργοδοτήσουν ή να εργαστούν μαζί με… Πακιστανούς ας πούμε, ή με… Κινέζους, ή με…Άραβες, ή με… Ινδούς ή με… Αφρικανούς δημοσιογράφους, όμως η σημερινή κυπριακή πραγματικότητα της πολυπολιτισμικότητας και της πολυφωνίας, θα τους υποχρεώσει κάποια στιγμή να βιώσουν ό,τι τους τρομοκρατεί πιο πολύ: την αλλαγή.
Αν δεν τολμήσουν ν’ αλλάξουν την ξενοφοβική νοοτροπία, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα στο μυαλό τους, είναι απλώς καταδικασμένοι να αποτύχουν στο νέο περιβάλλον.
Η «Έρευνα για την προσέγγιση των ΜΜΕ στην Ευρώπη για θέματα σχετικά με υπηκόους τρίτων χωρών και τη μετανάστευση», που χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ένταξης, δίνει συγκεκριμένη απάντηση για το πώς μπορεί να θεσμοθετηθεί ένα ειδικό πρόγραμμα επιδοτούμενης απασχόλησης υπηκόων τρίτων χωρών, στον δημοσιογραφικό τομέα στην Κύπρο.
Αυτό μπορεί να γίνει σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας, ή την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Kύπρου, για τη δημιουργία θέσεων εργασίας μικρής διάρκειας, αντίστοιχα με τις θέσεις πρακτικής άσκησης και εργασιακής πείρας (internships), με κίνητρα για μακροχρόνια εργοδότηση.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι υπήκοοι τρίτων χωρών θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την πλήρωση αυτών των θέσεων σε όλα τα ιδιωτικά και δημόσια ΜΜΕ της Κύπρου. Για να αρθούν τα γλωσσικά εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη ότι η γλώσσα εργασίας των αλλοδαπών θα είναι η Αγγλική και ότι πιθανώς δεν θα έχουν όλοι επάρκεια στη γραπτή Ελληνική, ώστε να είναι αυτάρκεις στην παραγωγή δημοσιογραφικού υλικού, προτείνεται για κάθε τρεις θέσεις υπηκόων τρίτων χωρών σε κάθε ΜΜΕ, να επιδοτείται άλλη μία θέση πρακτικής άσκησης για Κύπριο υπήκοο ή υπήκοο της Ε.Ε., που θα λειτουργεί ως σύνδεσμος, μεταφράζοντας ή αναλαμβάνοντας την επιμέλεια του δημοσιογραφικού υλικού των δημοσιογράφων από τρίτες χώρες στην Ελληνική, προκειμένου να δημοσιεύεται στα ΜΜΕ.
Αυτό το βήμα θεωρείται απαραίτητο προκειμένου η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, να μην γίνει αντιληπτή ως επιπρόσθετο βάρος για τα ΜΜΕ, ενώ ταυτόχρονα η απόκτηση ενός ακόμη συνεργάτη αποτελεί και ένα επιπλέον κίνητρο για τα ΜΜΕ. Επιπλέον, η δράση αυτή μπορεί να συνδυαστεί με τον θεσμό του «μέντορα» και οι εμπλεκόμενοι στα προγράμματα απασχόλησης ξένοι δημοσιογράφοι, να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές, προσελκύοντας, καθοδηγώντας και αποτελώντας θετικά πρότυπα για νεότερα μέλη της κοινότητάς τους.
Η έρευνα δίνει απάντηση και στο γιατί αυτή η δράση είναι απαραίτητη για την Κύπρο. Αναφέρεται στο τεράστιο κενό στην εκπροσώπηση υπηκόων τρίτων χωρών στον δημοσιογραφικό κόσμο της Κύπρου, στη μηδαμινή επαφή τους με δημοσιογράφους, στη δυσπιστία και την περιθωριοποίησή τους.
Στη δική μου αντίληψη, μια τέτοια δράση θα μας πλούτιζε απεριόριστα σαν ανθρώπους και σαν επαγγελματίες και θα έκανε τη δημοσιογραφία μια ακόμα πιο γοητευτική περιπέτεια.




