Κάθισα δίπλα στη γυναίκα στο μικρό παγκάκι του κυβερνητικού γραφείου για να γεμίσω τη φόρμα που μόλις μου είχαν δώσει και να την επιστρέψω στον αρμόδιο υπάλληλο. Γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Ήταν ογδόντα χρόνων; Ήταν ενενήντα; Ήταν εκατό; Δύσκολο να πεις κανείς -οι νεότεροι βλέπουν τους γηραιότερους, ίδιους κι απαράλλαχτους, είτε είναι στα εβδομήντα, είτε στα εκατό και έτσι πιθανόν βλέπουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους, σε αυτή τη διαδικασία όπου ο χρόνος που περνά δεν έχει πια καμιά σημασία- από ένα σημείο και μετά, χάνει τη σημασία του μαζί με ό,τι άλλο χάνεται σε αυτή την παράξενη και ομιχλώδη χώρα των γηρατειών.

Κρατούσε κι εκείνη ένα επίσημο χαρτί στο ροζιασμένο χέρι της. Συχνά πυκνά το ανασήκωνε μπροστά στα μάτια της και ύστερα το άφηνε να πέφτει απελπισμένα σαν να επρόκειτο για ένα ακαταλαβίστικο πυθιακό χρησμό. Κάτι μουρμούρισε για «αυτούς» που την ταλαιπωρούν «σε τούτη την ηλικία» και «τη στέλνουν ο ένας στον άλλο και δουλειά δεν γίνεται» και έτσι που ήταν απορροφημένη τελείως στην αγωνία της, δεν ήξερα αν απευθυνόταν σε μένα ή σε κάποιον άλλον αόρατο συνομιλητή της.

Γύρισα και κοίταξα τα μαλλιά της, αραιά και άσπρα σαν βαμβάκι, το πρόσωπό της σαν ναρκοθετημένο χωράφι, ανατιναγμένο κι ανασκαμμένο από καιρό, εκτεθειμένο στην πιο σκληρή λήθη. Τη ρώτησα από πού είναι και μου χαμογέλασε με μια μαύρη τρύπα χωρίς δόντια για στόμα, με μια γκριμάτσα έκπληξης, ξαφνιασμένη που κάποιος τη ρώτησε κάτι, οτιδήποτε, και άρχισε να μου μιλά για τα σαράντα εγγόνια, τα δισέγγονα και τα οκτώ παιδιά της που θα ήταν όντως μια καλή παρέα, αλλά δεν είναι δυστυχώς - εμένα μού φάνηκε ακόμα πιο μόνη κι έρημη γιατί κανένας από αυτούς δεν ήταν κοντά της τώρα.

Μου μίλησε και για τα εργοστάσια που δούλεψε πενήντα χρόνια και ιδιαίτερα γι’ αυτό των μωσαϊκών. Ξέρετε τι είναι τα εργοστάσια μωσαϊκών; Δούλεψα σε ένα από αυτά, ένα καλοκαίρι πριν ανοίξει το σχολείο στα δεκαπέντε μου, για να βγάλω τα λεφτά να αγοράσω ποδήλατο, μέσα σε αυτό το θολό τοπίο με τον εκκωφαντικό ήχο των μηχανών που έκοβαν τις πέτρες και τα μάρμαρα, με τους ανθρώπους-φαντάσματα, τους μόνιμα καλυμμένους με χοντρό στρώμα άσπρης σκόνης που κατακαθόταν και σκέπαζε το κεφάλι τους, τα μούτρα τους, τα ρούχα τους, το σώμα τους μέσα από τα ρούχα τους και ό,τι υπήρχε ακόμα πιο μέσα από τα ρούχα τους, την ίδια την ψυχή τους - ανθρώπους-σκλάβους που κουβαλούσαν τεράστια βάρη με μάρμαρα και πέτρες όλη μέρα, που έμπαιναν στη δουλειά ευθυτενείς και έβγαιναν τσακισμένοι και καμπουριασμένοι.

Η γυναίκα δίπλα μου συνέχισε να μιλά για μωσαϊκά, ακόμα κι όταν σηκώθηκα και πήγα να παραδώσω στον υπάλληλο τη φόρμα μου ανάμεσα στο πλήθος των πελατών που πηγαινοέρχονταν μπροστά της, χωρίς να της ρίχνουν ούτε μια ματιά, αγχωμένοι, αδιάφοροι, ανύποπτοι κι ανέγγιχτοι από τον κουρνιαχτό και τον δαιμονισμένο θόρυβο εκείνων των παλιών εργοστασίων.