Είχαμε μόλις τελειώσει την ξενάγηση στο εργοτάξιο της μονής του Αποστόλου Ανδρέα, όταν άκουσα κάποιους να φωνάζουν το όνομα Λευτέρης, απευθυνόμενοι στον νεαρό επιστάτη του παλιού παρεκκλησίου δίπλα στο μοναστήρι. Θυμήθηκα στη στιγμή το ρεπορτάζ που έκανα πριν από δύο χρόνια στο σπίτι του, στο Ριζοκάρπασο και τη γνωριμία μου με τους γονείς του, Ανδρέα και Μαρούλα Κοτσιεκκά, που μου είχαν πει ότι ένας από τους γιους τους, ο Λευτέρης, εργάζεται στο μοναστήρι.

Εκείνη τη μέρα, ο ίδιος έλειπε από το σπίτι και δεν τον είχα γνωρίσει. Τον ρώτησα, λοιπόν, αν είναι ο γιος του Κοτσιεκκά κι αφού το επιβεβαίωσε, τον υπενθύμισα για εκείνη την επίσκεψή μου στην οικογένειά του.
Ενθουσιάστηκε σαν μικρό παιδί, παρόλο που δεν είχε διαβάσει το ρεπορτάζ. «Εδώ είμαστε πολύ μακριά από όλους κι από όλα», μου είπε. «Ούτε περιοδικά, ούτε εφημερίδες, ούτε τηλεοράσεις φτάνουν κοντά μας»…
Και έτσι, σαν ένα είδος ανταμοιβής για το ενδιαφέρον που έδειξα για τους δικούς του, μου είπε να τον ακολουθήσω… και παρόλο που δεν ήταν στο πρόγραμμα να μας ξεναγήσουν στο μικρό παρεκκλήσι, που είναι κλειδωμένο και θα επιδιορθωθεί στη δεύτερη φάση του έργου, σε δύο χρόνια, ο Λευτέρης το ξεκλείδωσε και μπήκαμε μέσα…

Άναψε τα κεριά και προσκύνησε… Τον έβλεπα και σκεφτόμουν την απομόνωση, αλλά και την τεράστια ψυχική του αντοχή, μέσα στην τουρκοκρατία… Ζει ακόμα με τους δικούς του και τα δύο από τα μικρότερα αδέλφια του, αφού τα υπόλοιπα τέσσερα έφυγαν από το Ριζοκάρπασο στις ελεύθερες περιοχές.

Η οικογένεια αναγκάστηκε να μοιραστεί στα δύο και να ζήσει χωριστά για δέκα ολόκληρα χρόνια (όπως όλες σχεδόν οι οικογένειες εγκλωβισμένων), όταν τα παιδιά ήταν μικρά και έπρεπε να φοιτήσουν σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης, πριν λειτουργήσει το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου.

Η Μαρούλα Κοτσιεκκά, που ήταν 12 χρονών το 1974 και έμαθε άπταιστα τουρκικά από τα συνομήλικά της γειτονόπουλα παιδιά εποίκων, πήρε τα έξι παιδιά της (ο μικρότερος, ο Παναγιώτης γεννήθηκε μετά) και εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό συνοικισμό Κοφίνου, ενώ ο άντρας της έμεινε με την ηλικιωμένη μητέρα του, στο σπίτι τους στο Ριζοκάρπασο, για να μην αφήσει την περιουσία του να πέσει στα χέρια των Τούρκων.
«Στην Κοφίνου», μου είπε, «ήμουν μάμα και παπάς, ταλαιπωρήθηκα πολύ μόνη μου με έξι παιδιά… δεν οδηγούσα αυτοκίνητο και διακινούμασταν με λεωφορεία… Όμως δόξα τω Θεώ, βγήκαν καλά τα μωρά μου… συγκινούμαι στο σχολείο από τα καλά λόγια που λένε οι δάσκαλοί τους»...

Ο Ανδρέας Κοτσιεκκάς χαρακτήρισε εφιαλτικά αυτά τα δέκα χρόνια αναγκαστικού χωρισμού: «Ουσιαστικά ήμουν εντελώς μόνος, εδώ στο Ριζοκάρπασο, αφού η μάνα μου ήταν άρρωστη και στα τρία χρόνια πέθανε. Με φρόντιζε η ξαδέλφη μου η Μαρία Χρονία και μια άλλη ξαδέλφη πιο κάτω… μου μαγείρευαν και μου ζύμωναν… τα ρούχα μου τα έβαζα μόνος στο πλυντήριο... Περίμενα να έρθει η Λαμπρή και το καλοκαίρι να έρθουν πίσω τα μωρά... Τις νύχτες στριφογύριζα στο κρεβάτι μου… με το κλεφτοφάναρο έβγαινα έξω και τάιζα τα ζώα… μου τα έτρωγαν οι αλεπούδες...».

Η οικογένεια Κοτσιεκκά επανενώθηκε το 2005, όταν λειτούργησε το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου, οπότε η Μαρούλα με τα παιδιά επέστρεψαν στο χωριό.
Αλλά, όπως παρατήρησε αναστενάζοντας ο Ανδρέας Κοτσιεκκάς, «ό,τι δουλέψουμε παν χαμένα. Όλα είναι γερημίτικα...».