«Η υιοθέτηση κώδικα συμπεριφοράς και χειρισμού υποθέσεων σεξουαλικής παρενόχλησης από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, αν και νόμιμη υποχρέωση, η οποία προστατεύει και τους εργαζόμενους, αλλά και το ίδιο το Ινστιτούτο ως εργοδότη, από ενδεχόμενες καταγγελίες, αξίζει συγχαρητηρίων και προβολής ως παράδειγμα σύγχρονου εργοδότη που έχει αντιληφθεί την ανάγκη διαμόρφωσης ενός σύγχρονου, ασφαλούς και αξιοπρεπούς περιβάλλοντος εργασίας», είπε χθες στη διάσκεψη Τύπου η Αργεντούλα Ιωάννου, Πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Η κυρία Ιωάννου εξέφρασε την ανησυχία της για την κατάσταση που επικρατεί στον ιδιωτικό τομέα, όπου, όπως είπε χαρακτηριστικά, «επικρατεί πλήρες σκοτάδι», αφού οι εργοδοτικές οργανώσεις ΚΕΒΕ και ΟΕΒ δεν
συνεργάζονται με την Επιτροπή και δεν παίρνουν μέτρα για την προστασία των εργαζομένων και για την υιοθέτηση κώδικα κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος.

«Φανταστείτε σήμερα, με την οικονομική κρίση», είπε, «τι μπορεί να υποστεί μια γυναίκα στον χώρο εργασίας όπου δουλεύει για ένα πενιχρό εισόδημα, που το έχει ανάγκη. Σκεφτείτε, για αυτή την ανάγκη, πόσες υποχωρήσεις, ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς υποχρεώνεται να ανέχεται, αν είναι θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, προκειμένου να κρατήσει τη δουλειά της.

Αν στο δημόσιο αισθάνεται σίγουρη ότι τουλάχιστον τη δουλειά της δεν θα τη χάσει αν κάνει καταγγελία, φανταστείτε τι γίνεται στον ιδιωτικό τομέα. Και αυτό, είναι μια καλή απάντηση, στο ερώτημα γιατί δεν γίνονται καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση στον ιδιωτικό τομέα».

Η Αργεντούλα Ιωάννου είπε ότι, ακόμα και σε κρατικά τμήματα, οι καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης συχνά καταλήγουν σε «τιμωρία» των γυναικών θυμάτων, αντί των αντρών θυτών. Αναφέρθηκε σε περίπτωση γυναίκας αστυνομικού, που πριν δύο χρόνια κατάγγειλε σεξουαλική παρενόχλησή της από τον προϊστάμενό της, υπεύθυνο αστυνομικού σταθμού. «Η κοπέλα υπέστη τεράστια ταλαιπωρία, μέχρι η Αστυνομία να διερευνήσει την υπόθεσή της… υπέστη η ίδια μετάθεση, από τον αστυνομικό σταθμό που εργαζόταν… για να μην πούμε για τις πιέσεις που ασκούντο πάνω της για να αποσύρει τις καταγγελίες της… Ενώ ο δράστης κατηγορήθηκε για άσεμνη επίθεση και για όχι σεξουαλική παρενόχληση και στο τέλος τη γλίτωσε με ένα ελαφρύ πρόστιμο και εξασφάλισε όλα τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα...».

Ο Ανδρέας Μυλωνάς, Διευθυντής του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, επιβεβαίωσε την απροθυμία των γυναικών θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης να καταγγείλουν τους βασανιστές τους, μεταξύ άλλων, και λόγω της δυσκολίας στη νομοθετική κάλυψη και της σύγχυσης ως προς τις αρμοδιότητες της Επιτρόπου Διοικήσεως, του Τμήματος Εργασίας, της Αστυνομίας και της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων. Επεσήμανε όμως, την ουσία της υπόθεσης. «Είναι πολύ λίγες οι καταγγελίες», σημείωσε, «αλλά ας μην παρασυρθούμε από τον μικρό αριθμό των περιπτώσεων που καταγγέλλονται, ή και που καταλήγουν σε καταδίκες στο δικαστήριο. Είναι βέβαιο ότι υπάρχει σεξουαλική παρενόχληση - δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τούτο… Υπάρχει η νομοθεσία κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Εκείνο που δεν υπάρχει είναι η κουλτούρα της καταγγελίας της. Κι αυτό αφορά και άλλα ζητήματα ισότητας ανδρών και γυναικών. Αυτό που χρειάζεται, είναι κουλτούρα ανατροπής των κατεστημένων και των στερεοτύπων, για τον ρόλο άντρα και γυναίκας στην επιλογή επαγγέλματος. Πρέπει να ανατραπεί το στερεότυπο, ότι η γυναίκα απλώς βοηθά και δεν είναι αυτόνομος άνθρωπος που μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία...»