Το ακανθώδες ταξίδι της Τουρκοκύπριας συναδέλφου Sevgul Uludag -που διαρκεί και συνεχίζεται για 15 χρόνια- στην ανείπωτη και δύσβατη αλήθεια των δολοφονιών των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας, περιέγραψε πριν από λίγες μέρες, σε άρθρο του στο περιοδικό, σαββατοκυριακάτικο ένθετο της εφημερίδας «Yeniduzen», o αρχισυντάκτης της Cenk Mutluyakali. Ήταν η αναδρομή του πεισματικού αγώνα της Sevgul, γι' ανεύρεση των χώρων ταφής εκατοντάδων Τουρκοκυπρίων και περισσότερων Ελληνοκυπρίων, δολοφονημένων στη διάρκεια των δικοινοτικών συγκρούσεων της δεκαετίας 1960, αλλά κυρίως της τουρκικής εισβολής του 1974, πεταμένων σε ξεροπήγαδα, θαμμένων σε χωράφια, συχνά εξαφανισμένα κάτω από μεταγενέστερα κτίσματα και δρόμους.

«Οι ιστορίες που ακολουθεί η Sevgul Uludag, στα ίχνη των αγνοουμένων, πλησιάζουν σήμερα τις 3 χιλιάδες», έγραψε ο Cenk Mutluyakali, για τη σειρά άρθρων της δημοσιογράφου με τίτλο «Τα στρείδια που έχασαν το μαργαριτάρι τους», που άρχισαν να δημοσιεύονται στη «Yeniduzen» από το 2000.

«Οι πιέσεις, οι απειλές, οι βρισιές που λάβαμε από πολλούς κύκλους έχουν μειωθεί, ίσως ακόμα τώρα έχουν εξαφανιστεί. Τα ταμπού έχουν σπάσει».

Όμως, όπως επεσήμανε, δεν ήταν πάντα έτσι. «Με κάθε φάκελο που άνοιγε η Sevgul, υπήρχαν δεκάδες πιθανών εγκληματιών σε κάθε χωριό για το οποίο έγραφε, που θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν την αλήθεια. Τα δεινά είχαν ανοίξει τα μάτια τους στη συνείδηση, είχαν ξαναξυπνήσει και ήταν πολύ βαρύ ν’ αντιμετωπιστεί η αλήθεια. Επιπλέον, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και ξεκίνησαν οι αμοιβαίες διελεύσεις, οι υποψίες και ο φόβος άρχισαν να τρώνε τα σώματα εκείνων που ζούσαν για τόσα χρόνια σε άρνηση. Ήξεραν τους τόπους ταφής πολλών αγνοουμένων, ήξεραν ποιος είχε πυροβολήσει, ποιος είχε σκάψει, πώς είχαν θαφτεί… ποιος ξέρει, ίσως δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τις κραυγές… δεν είχαν ξεχάσει… Ίσως δεν ξαναμίλησαν ποτέ γι’ αυτά, ίσως κοίταζαν απλά στο πρόσωπο ο ένας τον άλλον και προσποιούνταν ότι ποτέ δεν βιώθηκαν τέτοια πράγματα…».

Την περασμένη Κυριακή (12.10.2014), η Sevgul Uludag επιβεβαίωσε στη στήλη της στον «Πολίτη» τις αναφορές του αρχισυντάκτη της, για τις βίαιες παρεμβάσεις σε βάρος της ίδιας και της εφημερίδας της, για να σταματήσουν να δημοσιεύουν τις ιστορίες αγνοουμένων.

«Πήρα αρκετές απειλές για τη ζωή μου από την Αγυιά, όταν είχα γράψει για ένα πηγάδι όπου κάποιοι Τουρκοκύπριοι είχαν σκοτώσει και θάψει κάποιους Ελληνοκυπρίους. Ήταν σε πλήρη άρνηση και απαιτούσαν να μάθουν ποιος μου το είχε πει αυτό. Έκαναν συναντήσεις στο χωριό και με εκφόβιζαν από το τηλέφωνο… Όμως η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων έσκαψε και βρήκε τα οστά των Ελληνοκυπρίων που σκοτώθηκαν και θάφτηκαν στο πηγάδι στην Αγυιά… Στο τέλος η αλήθεια βρήκε τον δρόμο και βγήκε από το πηγάδι…

»Δεν ήταν εύκολο να φτάσουμε στο σημείο που βρισκόμαστε τώρα, να σπάσουμε τα ταμπού, να αντιμετωπίσουμε τις απειλές κατά της ζωής μας, την κακοποίηση, τη συκοφαντία και την ψυχολογική τρομοκρατία. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και άλλοι που εκφοβίστηκαν από τους δολοφόνους και στις δύο πλευρές του νησιού μας, αφού όλοι μας κάνουμε ένα πολύ επικίνδυνο έργο - όταν κρύβεις τον τάφο, κρύβεις το έγκλημα, όταν κρύβεις το έγκλημα, κρύβεις τον εγκληματία. Προσπαθούμε να ξεσκεπάσουμε τους τάφους και άρα να ξεσκεπάσουμε τα εγκλήματα και τους εγκληματίες, και παρόλο που κανένας δεν τους άγγιξε ποτέ, εξακολουθούν να νιώθουν πολύ αναστατωμένοι και θυμωμένοι»…