Πέρασε μια βδομάδα από την εκδήλωση «Ζώντας με τη σχιζοφρένεια», στον χώρο του ψυχιατρικού νοσοκομείου Αθαλάσσας. Στόχος, λένε οι οργανωτές, η αποστιγματοποίηση της ψυχικής ασθένειας. Τι λες γι’ αυτό; Άλλαξε άραγε κάτι, από τότε που ήσουν μέσα; Όταν εγώ βρισκόμουν στο τρελοκομείο του στρατοπέδου των λοκατζήδων κι εσύ στο «τρελοκομείο της Αθαλάσσας;».

Θέλω να σου πω ότι τις ώρες που έβγαζα σκοπιά, ιδιαίτερα στα γερμανικά νούμερα από τις 2 μετά τα μεσάνυχτα, μέχρι τα ξημερώματα, σε σκεφτόμουν εντονότερα. Κάποια πρωϊνά Κυριακής, πετάχτηκα κρυφά από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου, για να σε δω βιαστικά - σ’ αυτό το γυμνό, σκονισμένο μέρος δίπλα στη λίμνη, με τη νοσηρή μυρωδιά του ψυχιατρείου, όπου τα απόβλητα του πλυντηρίου βάλτωναν μόνιμα στη νότια πλευρά… Κι υπήρχαν μερόνυχτα που ήμασταν μπουκωμένοι με αυτήν τη βαριά οσμή… μια οσμή που δεν έχει άλλη όμοιά της… μια οσμή γεμάτη απελπισία, γεμάτη φυλακή, γεμάτη τρομερούς ανθρώπους με χαοτικά μάτια… γεμάτη με τους έγκλειστους της άλλης πλευράς, που ανάμεσά τους ήσουν κι εσύ.

Αυτή η οσμή σήμαινε για μένα, πολύ περισσότερα απ' ό,τι σήμαινε για τους άλλους: Είχε μέσα της εσένα. Η σχέση των στρατιωτών με τους «πελλούς», ήταν άνιση και άδικη και μου ξέσχιζε την καρδιά - να βλέπω φίλους μου που μοιραζόμασταν με αίσθηση αλληλεγγύης τα ελάχιστα που είχαμε, να κοροϊδεύουν τους μίζερους τροφίμους πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα και μερικές φορές να τους κτυπούν για να σπάσουν πλάκα.

Ένας απ’ αυτούς, μια φορά περιέλουσε με μπογιά, αυτόν που αποκαλούσαμε Ντιέγκο, αυτόν που μας διασκέδασε τόσες πολλές φορές, καθώς εφορμούσε στο χώρισμα ανάμεσά μας και μας μιλούσε για τα μεγάλα σχέδιά του για την ανθρωπότητα, ανάλογα με το ποιος νόμιζε ότι ήταν κάθε φορά, ο Μέγας Ναπολέων ή ο Ιησούς Χριστός.

Είδα, λοιπόν, αυτήν τη μέρα τον Μεγάλο Ναπολέοντα (ή τον Χριστό) λουσμένο σε μια μπλε μπογιά που έτρεχε από τη θλιβερή του φαλακρίτσα στο αποστεωμένο του πρόσωπο, μέχρι κάτω στα πόδια του, να είναι σε πλήρη σύγχυση και να τρέμει σύγκορμος, αρπαγμένος από τα τέλια, να κανοναρχεί σε μια γλώσσα πιο ακαταλαβίστικη από ποτέ άλλοτε και τον μαλάκα τον δικό μας, να κρατά την κοιλιά του διπλωμένος από τα γέλια, με το δοχείο της μπογιάς άδειο δίπλα του.

Του είπα να παρατήσει τις μαλακίες και να σοβαρευτεί και με κοίταξε κάπως έκπληκτος, μη περιμένοντας τέτοιαν αντίδραση από μένα, που ήταν ουσιαστικά μια δήλωση συναισθηματισμού και άρα μια εκδήλωση «γραφικότητας» και «απόκλισης», απαράδεκτη σε έναν χώρο όπως είναι ένας στρατώνας, όπου η βαναυσότητα θεωρείται φυσιολογικό κομμάτι της κανονικότητας.

Στο μυαλό μου υπάρχει για σένα ένα ωμό και ακατέργαστο υλικό από ιδέες και εικόνες, αν και καλά-καλά, δεν σε γνώρισα. Έτσι όπως πηγαινοερχόσουν για τριάντα χρόνια σε αυτές τις ατέλειωτες και άσκοπες διαδρομές στην περιφραγμένη μάντρα με τους άλλους.

Καθώς δεν είχες ποτέ, πρόθεση να ξεφύγεις.
Καθώς δεν είχες ποτέ, πρόθεση να υπάρξεις.