Έφυγα από το γραφείο λίγο πριν από τις εννιά. Σχεδόν δεν έβλεπα μπροστά μου από την κούραση. Λες και αντί να πληκτρολογώ στον υπολογιστή, κρατούσα όλη μέρα έναν κασμά κι έσπαζα πέτρες ή άνοιγα τρύπες στη γη. Στ’ αφτιά μου ηχούσαν ακόμα τα ουρλιαχτά εκείνου του εστιάτορα στη Λεμεσό:

«Εγέμωσεν ο εναέριος μαντίλες και φερετζέδες, διότι οι μουσουλμάνες δεν έχουν πρόβλημα, ούτε για δουλειά, ούτε για ρεύμα, ούτε για ενοίκιο, ούτε για τίποτε. Προχτές έμπαιναν με τες μαντήλες και τες φουστανέλλες στη θάλασσα και εγέλαν ο κόσμος. Είμαι ρατσιστής, ναι. Είμαι Έλληνας της Κύπρου, δεν είμαι μουσουλμάνος. Ούλλοι τούτοι, μας κάμνουν να νιώθουμε ξένοι στην πατρίδα μας».

Σκεφτόμουν, τι να έχει χαλάσει τόσο πολύ αυτόν τον άντρα. Τι να τον έχει κάνει τόσο σκληρό. Τι να τον έχει σπρώξει να αρπαχτεί σαν ναυαγισμένος πάνω στο «σωσίβιο» της «ελληνικότητας» και της «χριστιανικότητας», και να μισήσει μέχρι θανάτου οτιδήποτε δεν εμπίπτει σε αυτές τις προδιαγραφές που έχει βάλει για τον εαυτό του και τον κόσμο. Δεν ήξερα τι να του πω. Τι λέει κανείς μπροστά σε μια τυφλή φυσική δύναμη; Ήταν λες και είχα μπροστά μου μια καταιγίδα, ένα σεισμό, έναν κεραυνό. Εγώ ένιωθα ήδη από ώρα ξένος στην πατρίδα μας - εννοώντας από την ώρα που άρχισε να μου μιλά.

Καθώς περπατούσα προς το αυτοκίνητο, σκεφτόμουν τη μικρή φράση που μου είχε στείλει ένας φίλος από το εξωτερικό: «Καταλαβαίνω πώς ένιωσες, Μάριε. Εγώ ένιωθα ήδη από χρόνια ξένος στην πατρίδα μας».
Οδηγώντας προς το γυμναστήριο, κοντοστάθηκα λίγο στην κουβέντα του. Ήταν σαν να μου είπε ένα επώδυνο μυστικό του: «Εγώ ένιωθα ήδη από χρόνια ξένος στην πατρίδα μας». Αναρωτήθηκα, ποια φιλοδοξία, ποια προσδοκία, ποιος πόνος τον πήρε -και τον κρατά- μακριά από την Κύπρο.

Στο γυμναστήριο, δυο υστερικοί τύποι περιέγραφαν ο ένας στον άλλον «πώς μας παίρνουν τις δουλειές οι αλλοδαποί» και πόσο δίκιο έχουν οι Ελληνοκύπριοι «που άρχισαν να αντιδρούν και να θέλουν να τους εξαποστείλουν από εκεί που ήρθαν».

Ευτυχώς που είχα τις ασκήσεις των ώμων, που διαρκούν μόνο κανένα μισάωρο. Βγήκα έξω και πήρα τηλέφωνο τον γιο μου. Ήθελα ξαφνικά να μιλήσω με έναν δικό μου άνθρωπο. Βασικά να ακούσω τη φωνή του.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς, πριν ξημερώσει. Σηκώθηκα, ήπια νερό και ύστερα ξανακοιμήθηκα για λίγο. Είδα όνειρο τη μάνα μου. Ότι ταξιδεύαμε με το λεωφορείο. Ότι διαπίστωσα πως ξέχασα το κινητό μου στη στάση. Ότι κατέβηκα από το λεωφορείο για να επιστρέψω πίσω με τα πόδια, να το πάρω.

Η μάνα μου, μου φώναξε να φάμε μαζί το μεσημέρι.
Να φάμε μαζί το μεσημέρι; Μέσα στο όνειρό μου σκέφτηκα ότι είναι για χρόνια πεθαμένη. Ότι, μετά που ενηλικιώθηκα, δεν έφαγα σχεδόν ποτέ μαζί της, όταν ζούσε. Και πώς θα φάω μαζί της τώρα, που έχει πια πεθάνει;
Σηκώθηκα να ντυθώ, με την αίσθηση πως ορφάνεψα εδώ κι έναν αιώνα.