Με θύμωσε πολύ η μηδενιστική ισοπέδωση των δημοσιογράφων που ο Γιάγκος Μικελλίδης έκανε πριν από καμιά εικοσαριά μέρες. Η ευκολία που μας σκάρταρε ομαδικά και μας πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων.
Μιλώ για τη συνέντευξη στον «Πολίτη» (20 Φεβρουαρίου 2011) και την απάντηση που έδωσε στην ερώτηση της Μιράντας Λυσάνδρου, κατά πόσο θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι ανεβάζουν το επίπεδο της πολιτικής ζωής.

Η συνάδελφος διατήρησε στο γραπτό, τα απολαυστικά κυπριακά του: «Είναι τζαι τζείνοι δυστυχώς κομματόσκυλα», αποφάνθηκε ο Γιάγκος. «Είναι ο Καρογιάν κι έχει τους δικούς του, ο Αναστασιάδης κι έχει τους δικούς του… Όλοι έχουν τους δικούς τους και γράφουν μαλακίες χωρίς καμιά ουσία. Οι δημοσιογράφοι αυτήν τη στιγμή εσκολάσασιν. Είναι διάφοροι κουρούπεττοι που κάθουνται τζιαμαί και νομίζουν είναι κάποιοι επειδή πκιάννουν δηλώσεις από τους διάφορους αξιωματούχους, σύρνουν τζαι κάμποσο γλείψιμον. Εν τζαι προσφέρουν τίποτε».

Το πήρα προσωπικά κι ένιωσα προσβλημένος, γιατί, πιστεύω, προσφέρω κάτι ουσιαστικό με τη δουλειά μου, γιατί δεν είμαι «δικός» του Καρογιάν, του Αναστασιάδη ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού ή πολιτικάντη, γιατί πιστεύω δεν «εσκόλασα» καθόλου, γιατί δεν είμαι «κουρούπεττος που κάθουμαι τζιαμαί», ούτε νομίζω είμαι «κάποιος επειδή πκιάννω δηλώσεις» και γιατί δεν «σύρνω, ούτε έσυρα ποτέ, γλείψιμον» κανενός.
Απόσπασα τη σελίδα με τη συνέντευξη και τη φύλαξα στο αρχείο μου για να συζητήσω κάποια στιγμή, δημοσίως, τους ισχυρισμούς του αγαπητού Μικελλίδη.

Στο τρέχον τεύχος της εβδομαδιαίας CITY διάβασα το τελευταίο του κείμενο, μια σκοτεινή αυτοβιογραφική αποτύπωση της μοναξιάς του, σε τρίτο πρόσωπο: «Ένιωθε φοβερά κουρασμένος. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανε, ένιωθε ότι τίποτε δεν πήγαινε καλά. Έβρεχε συνεχώς. Στα Πυργά είχαν αρχίσει να βλαστούν και οι πέτρες. Άναψε το τζάκι και έκατσε πάνω στο τραπέζι. Άρχισε να γράφει. Έγραψε για τα εφηβικά του χρόνια, στεγνά και άχαρα. Έγραψε για την Ελλάδα, για το πανεπιστήμιο, για τη Χούντα. Πήγε στην Αγγλία, σπούδασε, έφαγε χρόνια μέσα στις σπουδές. Γύρισε. Έφτιαξε τόσες σχέσεις. Έκαμε τόσες προσπάθειες και συνέχισε να είναι το μικρό παιδί, που όταν πέθανε η γιαγιά του ένιωσε την ίδια απέραντη μοναξιά που νιώθει μέχρι σήμερα και ένα τεράστιο κενό που δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να αναπληρώσει».

Χαμογέλασα προχθές, διαβάζοντας «Το μικρό παιδί», όπως τιτλοφορήθηκε το χρονογράφημα του Μικελλίδη. Ο θυμός μου εξατμίστηκε στη στιγμή.
Δεν μπορώ να είμαι θυμωμένος με έναν άντρα που γράφει με τέτοια ειλικρίνεια για τον εαυτό του - που κάτω από τα πολλά στρώματα του σκληρού κυνισμού του, παραμένει το μικρό, μοναχικό παιδί μέσα του.
Ύστερα πληροφορήθηκα για την εντατική και το νοσοκομείο. Ελπίζω να είναι περαστική, η δοκιμασία της υγείας του.

Τελικά δεν ήταν περαστική η δοκιμασία της υγείας του Γιάγκου Μικελλίδη, όπως του είχα ευχηθεί σε αυτό το άρθρο στη στήλη, τον Μάρτιο 2011. Ο Γιάγκος έφυγε χθες, για πάντα - κι αυτή ας είναι μια ελάχιστη συμβολή στη διατήρηση της μνήμης του.