Ο Χασάν Μουσταφά, 70 χρονών. Ο Άρθουρ Μουσταφά, 33 χρονών. Πατέρας και γιος απολαμβάνουν το ποτό τους σε καφετερία στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, στον πεζόδρομο με τα τουριστικά καταστήματα, αυτό το αυγουστιάτικο μεσημέρι. Ήρθαν στο νησί για διακοπές και για να δουν τους συγγενείς τους που είναι διασκορπισμένοι σε όλη τη βόρεια Κύπρο, όπως κάνουν σχεδόν κάθε χρόνο. Ο Χασάν μετανάστευσε στη Σουηδία πριν από το 1974, όπου δούλεψε ως δάσκαλος τουρκικής γλώσσας και μεταφραστής, και όπου παντρεύτηκε με Πολωνέζα μετανάστρια - τη μητέρα του Άρθουρ και του 37χρονου αδελφού του Σερντάρ.
Είναι και οι δύο φιλικοί και ανοιχτοί απέναντί μας, ακόμα και όταν τους λέμε ποιοι είμαστε και όταν τους πληροφορούμε ότι ετοιμάζουμε ένα ρεπορτάζ για τα σαράντα χρόνια από την κατάληψη της Αμμοχώστου από τον τουρκικό στρατό.
Ο Άρθουρ είναι διευθυντής θεάτρου στη Σουηδία, όπου, όπως μας ενημέρωσε, συμμετέχει στη δημιουργία πολλών κοινωνικών έργων κατά των εθνικών και άλλων προκαταλήψεων, με τη διευθέτηση συζητήσεων μεταξύ παιδιών και νέων μεταναστών από διαφορετικές χώρες και από την ίδια τη Σουηδία.
Τον ρώτησα κατά πόσο πιστεύει ότι είναι πιθανόν να διοργανώσει παρόμοιες συναντήσεις στην Κύπρο με παιδιά και από τις δυο κοινότητες και η απάντησή του ήρθε άμεση και θετική, ότι το σκέφτεται τον τελευταίο καιρό και ναι, είναι πολύ πιθανόν, γιατί όχι;
Ο πατέρας του συγκατανεύει χαμογελώντας… και για μένα ήταν μια τεράστια έκπληξη που αυτός ο φιλελεύθερος Σουηδός πολίτης, που έμαθε τα παιδιά του να αποδέχονται και να σέβονται τη διαφορετικότητα, μεταφέρει στην ψυχή του για μισόν αιώνα τώρα ένα τεράστιο προσωπικό τραύμα, αποτέλεσμα της διακοινοτικής σύγκρουσης 1963-64 - που ήταν βασικά ένας αγώνας κατά της διαφορετικότητας και της αποδοχής του άλλου.
Πρόκειται για τη δολοφονία (τον Ιανουάριο 1964), του 50χρονου τότε πατέρα του και του 17χρονου αδελφού του, από νεαρούς Ελληνοκυπρίους γειτονικών χωριών στο περιβόλι τους, δίπλα στο σπίτι τους, στο πρώην τουρκοκυπριακό χωριό Λέμπα της Πάφου.
Ο ίδιος ο Χασάν Μουσταφά πήρε μέρος εθελοντικά στη μάχη των Κοκκίνων στην Τηλλυρία, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου.
Μου είπε, σε πολύ καλά ελληνικά, ότι πριν από λίγες μέρες βρισκόταν σε ένα από τα λεωφορεία τα γεμάτα με Τουρκοκυπρίους που πήγαν στον τουρκοκυπριακό θύλακο των Κοκκίνων διαμέσου του Κάτω Πύργου, για να συμμετάσχουν στην επετειακή εκδήλωση - που για την τουρκοκυπριακή πλευρά είναι γιορτή, αλλά για την ελληνοκυπριακή σημαδεύει μια θλιβερή ιστορική στιγμή, συνδεδεμένη με τους τουρκικούς βομβαρδισμούς στην Τηλλυρία και τον θάνατο δεκάδων αθώων Ελληνοκυπρίων.
«Ενώ περνούσαμε μέσα από τον Κάτω Πύργο», είπε ο Χασάν, «ένα μικρό κορίτσι περίπου 6-7 χρονών, έτρεξε στην αυλή, σήκωσε το χέρι και μας καύλιασε, ενώ μια ηλικιωμένη γυναίκα, προφανώς η γιαγιά της, στεκόταν πίσω και την έβλεπε. Ποιος έμαθε τη μικρή να το κάνει; Ποιοι φανάτισαν αυτό το παιδί; Μάλλον οι γονείς και οι παππούδες της… Κι αυτό δεν είναι καλό…».




