Συνεχίζω να σκέφτομαι την Αμμόχωστο και την Κάτω Δερύνεια, κάτω από την επιρροή του ρεπορτάζ και της επίσκεψης της περασμένης Τρίτης στον δρόμο με το συρματόπλεγμα, που για σαράντα χρόνια φυλακίζει την πόλη. Συνειδητοποιώ ότι λείπει το παλιό πνεύμα της παρέας από τα άρθρα που έγραψα τις δύο προηγούμενες μέρες γι’ αυτό το θέμα.

Εννοώ ότι γράφω για την παιδική μου ηλικία και δεν αναφέρομαι πια στους παιδικούς φίλους μου. Εκεί που δεν παρέλειπα ούτε τα μικρά, ούτε τα επίθετα, ούτε και τα παρατσούκλια τους, ούτε και τις συνήθειες, τα χούγια και τον χαρακτήρα του καθενός, τώρα δεν με απασχολούν.

Τα κείμενά μου για εκείνο το κομμάτι της ζωής μου σκοτείνιασαν, έγιναν θα έλεγα μοναχικά, εσωστρεφή, μπορεί και κυνικά - μιλούν για μένα και όχι για τους άλλους. Λες και αναφέρονται σε ένα βάρος σαράντα χρόνων(!), που μου φόρτωσαν άλλοι και βαρέθηκα να κουβαλώ. Λες και αναφέρονται σε ένα δυσοίωνο οικογενειακό μυστικό, που δεν θέλω να μοιράζομαι πια, ούτε με τον εαυτό μου.

Και βέβαια, δεν γράφω πια κείμενα για συνεστιάσεις Κατωδερυνειωτών, όπως το πιο κάτω που γράφτηκε τον Αύγουστο 1991 για μια συνεστίαση στην Κοφίνου:

«Η Κάτω Δερύνεια όπου μεγάλωσα, είχε παρατσούκλι. Την έλεγαν Μικρό Ισραήλ, επειδή σαν νέα κοινότητα που ήταν, κατοικήθηκε από ανθρώπους από όλα τα μέρη της Κύπρου, που συνέρρευσαν εκεί, όπως συνέρρευσαν οι φυλές του Ισραήλ στη Γη της Επαγγελίας...

»Όλοι εμείς είχαμε μιαν άλλη σχέση που μεγαλώνοντας τη χάσαμε και δεν υπάρχει ελπίδα να την κατακτήσουμε ποτέ. Ήταν ένα είδος φιλίας που είχε μέσα πολύ χώμα και πολύ αίμα: Το χώμα που τρώγαμε στη μούρη ενώ παλεύαμε και το αίμα των πληγών που ανοίγαμε.

»Ήσαν στην Κοφίνου σχεδόν όλοι, όλες οι φυλές του Μικρού Ισραήλ. Έβλεπες να φιλιούνται και να βγάζουν αγκαλιασμένοι αναμνηστικές φωτογραφίες, αριστεροί και δεξιοί, μακαριακοί και γριβικοί, οπαδοί της ομοσπονδίας και αντίπαλοί της, άνθρωποι που δεν μιλιούνταν πριν από την προσφυγιά. Βγήκαν από τις κοιλιές μας κάτι γέλια βροντερά, κάτι παράξενες φωνές, τα μάτια μας γυάλισαν και δώσ' του ν’ αγκαλιαζόμαστε νευρικά και να χαιρετιόμαστε σ’ ατέλειωτες χειραψίες… Μας κοιτούσαν σαστισμένα τα παιδιά μας, σίγουρα νομίζοντας ότι είχαμε τρελαθεί.

»Όλοι αυτοί είναι τώρα σοβαροί οικογενειάρχες, μα εκεί στο εστιατόριο της Κοφίνου, μπροστά στα μάτια του καθενός, ήσαν ακόμα τα παιδαρέλια εκείνης της εποχής - σαν να σταμάτησε ο χρόνος στο ’74...

»Η νοσταλγία αμβλύνει τις οξύτητες, μαλακώνει την καρδιά. Είναι πάνω απ’ την πολιτική, πάνω απ’ το μίσος και το θάνατο. Η νοσταλγία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, μαζί με τα φαντάσματα των απόντων, εκείνων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο, εκείνων που αγνοούνται, εκείνων που κουράστηκαν και πέθαναν στην προσφυγιά. Η νοσταλγία πήδηξε ανάλαφρη τα συρματοπλέγματα και τα πολυβολεία και μας πήρε όλους, ζωντανούς και πεθαμένους, ένα επώδυνο άλμα μπροστά - στο παρελθόν μας».

Είχα τιτλοφορήσει εκείνο το παλιό κείμενο, «Το επώδυνο άλμα της νοσταλγίας». Στο σημερινό ταιριάζει, υποθέτω, ο τίτλος, «Το επώδυνο άλμα της μοναξιάς».