Κοιτάξτε αυτήν τη φωτογραφία, που τραβήχτηκε την περασμένη Τρίτη στον δρόμο της κατεχόμενης Αμμοχώστου-Κάτω Δερύνειας, ξυστά από το συρματόπλεγμα του κατοχικού στρατού που περιφράσσει και φυλακίζει την πόλη. Στον δρόμο, που όπως έγραψα χθες, στοιχειώνει την παιδική μου ηλικία στην Κάτω Δερύνεια, γιατί πριν από σαράντα χρόνια οδηγούσε στο σχολείο μου και τώρα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο - το δικό μου. (Μήπως και στο συλλογικό μας αδιέξοδο;).
Μιλώ με τον Αντώνη Στασουλλή, ενώ η σύζυγός του Αντιγόνη και η σύζυγος τού αδελφού του Μιχάλη, Παναγιώτα, παρατηρούν εντατικά, απελπισμένα, με αγωνία και καρδιοκτύπι, προς τα ρημαγμένα σπίτια της κλειστής πόλης.
Ο Αντώνης και ο Μιχάλης γεννήθηκαν και μεγάλωσαν λίγο πιο κάτω, στο Κάτω Βαρώσι. Η Παναγιώτα είναι από τη συνοικία Σταυρού, προς την κατεύθυνση που είναι στραμμένο το βλέμμα της, προσπαθώντας να διακρίνει το σπίτι της, στο βάθος, ανάμεσα στα ερείπια.
Διασταυρωθήκαμε τυχαία κατά την επίσκεψή τους και τους έκανα μέρος του ρεπορτάζ.
Είναι όλοι μεταξύ 53 και 58 χρονών και ανήκουν στη δική μου γενιά, των παιδιών του 1974, που για σαράντα ολόκληρα χρόνια μοιάζουμε να είμαστε καθηλωμένοι στην τραυματισμένη παιδικότητα και εφηβεία μας.
Που ερχόμαστε και ξαναρχόμαστε στους αδιέξοδους δρόμους της απώλειας και του πένθους. Που κάθε Αύγουστο, ψαχνόμαστε και ψάχνουμε αμήχανα και νευρικά… τι άραγε;
Πήρα συνεντεύξεις από την οικογένεια Στασουλλή, στα όρθια, εκεί στον αδιέξοδο δρόμο Αμμοχώστου-Κάτω Δερύνειας κι έτσι όπως μου μιλούσαν για έποικους και για κατοχή και για τα λεηλατημένα σπίτια τους, σκεφτόμουν ότι κι εγώ κι αυτοί μείναμε, μέσα στα χρόνια, μια μικρή και παράξενη μειονότητα, σε έναν κόσμο που νομοτελειακά μάς προσπερνά και πάει παρακάτω.
Σκεφτόμουν τι γίνεται με τα παιδιά μας, των είκοσι και τριάντα χρονών. Εντάξει, μας συμπονούν, μας δίνουν κτυπηματάκια συγκατάβασης στον ώμο, άμα αρχίσουμε τα κατοχικά και τα αντικατοχικά μας, αλλά… έχουν να ζήσουν τις ζωές τους, έτσι δεν είναι;
Αν προσέξετε, δεξιά στη φωτογραφία είναι κρεμασμένη στον στύλο της ηλεκτρικής μια από τις πολλές απαγορευτικές πινακίδες του τουρκικού στρατού. «Απαγορευμένη ζώνη, απαγορεύεται η είσοδος, απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών».
Πριν από σαράντα χρόνια, αρχίσαμε τη ζωή μας όχι με τι επιτρέπεται, αλλά με τι απαγορεύεται. Κι έτσι τη συνεχίζουμε, που να πάρει και να σηκώσει! Απαγορεύεται αυτό, απαγορεύεται εκείνο…
Εμείς όμως, παρά την απαγόρευση -ή εξαιτίας της, βεβαίως- βγάλαμε τις φωτογραφίες μας. Μέχρι που δεχτήκαμε και παρατήρηση, από διερχόμενο αστυνομικό του ψευδοκράτους.
Κι έτσι, όλο και συναντιόμαστε σε αυτήν τη ζώνη της παράνοιας. Σε αυτήν την παράνοια της απαγόρευσης και της αποστέρησης. Απ' όπου φεύγουμε και όπου συνέχεια επιστρέφουμε - σε ό,τι μας πονά, μας ακυρώνει και μας απαγορεύεται.




