Ξεκίνησα να πάω στην Αμμόχωστο και πραγματικά δεν είχα ιδέα τι είδους ρεπορτάζ θα κάνω. Βούτηξα στα βαθιά και όπου με βγάλει.
Γι' ακόμα μια φορά, βρέθηκα στον δρόμο ξυστά από το σκουριασμένο συρματόπλεγμα του κατοχικού στρατού, που περιφράσσει και πνίγει την πόλη. Η διαφορά είναι ότι φέτος, η επέτειος στρογγύλεψε. Σαράντα χρόνια ακριβώς, σήμερα 14 Αυγούστου 2014.
Κατά τα άλλα, όλα είναι ίδια με πέρυσι, πρόπερσι, πριν από δέκα και πριν από είκοσι χρόνια. Κάτι τέτοιες στιγμές, έχω την εντύπωση ότι είμαι μαζοχιστής. Μαζοχιστής δεν είναι αυτός που του αρέσει να βασανίζεται; Να ψήνεται στους σαράντα βαθμούς, σε ένα μάταιο πηγαινέλα, στη σπασμένη άσφαλτο μιας στρατιωτικής ζώνης, όπου κινδυνεύει να συλληφθεί για απαγορευμένη φωτογράφιση και να περάσει τη νύχτα του σε κανένα μπουντρούμι;
Μπροστά μου είναι τα ερείπια της παιδικής μου ηλικίας.
Στη μέσα πλευρά του συρματοπλέγματος, τρύπες στους τοίχους από σφαίρες και οβίδες αεροπλάνων, σπίτια που χάσκουν με ανοιγμένες κοιλιές, φριχτά λεηλατημένα και απαθή στην κακοποίησή τους.
Στην έξω πλευρά του συρματοπλέγματος, άθλια υποστατικά κατειλημμένα από τυπικές, ισλαμικές, πατριαρχικές οικογένειες εποίκων, με τις γυναίκες ντυμένες με την παραδοσιακή τουρκική βράκα και μαντήλα.
Πριν από δύο χρόνια γνώρισα εδώ τον Σερμπέτ Ατάκ, 50 χρονών, από το Μπαλίκεσιρ της δυτικής Τουρκίας, τη γυναίκα του Χατιτζέ και τα δυο παιδιά τους, που ήρθαν στην Κύπρο πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Μένουν σε ένα από τα τελευταία κατοικημένα «σπίτια» στη γραμμή αντιπαράταξης, που δεν διαθέτει ούτε ηλεκτρισμό, ούτε πόσιμο νερό.
Τον ρώτησα τι γνωρίζει για το Κυπριακό και την εισβολή του 1974 και με αιφνιδίασε με την απάντησή του, που ήταν τα λόγια μιας ευγενικής ψυχής, κάτω από τη σκληρή επιφάνεια του άξεστου ορεσίβιου: «Πιστεύω ότι αυτή η χώρα ανήκει στους Κυπρίους, εγώ είμαι φιλοξενούμενος εδώ. Όποτε μας πουν να φύγουμε, θα φύγουμε»…
Την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου χειροτερεύει, όπως πάντα, η συναισθηματική ένταση που ανεβάζει στα ύψη την αδρεναλίνη. Αυτός ο δρόμος στοιχειώνει την παιδική μου ηλικία στην Κάτω Δερύνεια, γιατί πριν από σαράντα χρόνια οδηγούσε στο σχολείο μου - και τώρα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο.
Είμαστε όλοι μεγαλύτεροι κατά σαράντα χρόνια και - δεν είμαι σίγουρος για εσάς - αλλά εγώ ακόμα ψάχνω τη δική μου διέξοδο!
Ξέρω πως έχω ακόμα πολλά άλυτα ζητήματα - έτσι δεν είναι και το κυπριακό; - και επίσης, δεν είμαι σίγουρος, αν πρέπει να λυπάμαι ή να χαίρομαι γι’ αυτό.
Ο Πανίκος Νεοκλέους με φωτογράφισε προηγουμένως, μπροστά από μια απαγορευτική πινακίδα του κατοχικού στρατού.
Δίπλα στο μοναδικό μικρό κομμάτι παραλίας που δεν είναι φυλακισμένο με συρματόπλεγμα, κυριολεκτικά στη σκιά των ερειπίων των ελληνοκυπριακών ξενοδοχείων και κατοικιών.
Ένιωθα τον ιδρώτα στη ραχοκοκκαλιά μου, καθώς περνούσαν από μπροστά μου διάφοροι - και αδιάφοροι! - τουρίστες, φεύγοντας από τη θάλασσα για τη μεσημεριανή τους σιέστα. Μακάριοι αυτοί που δεν ξέρουν και δεν νοιάζονται...
Είχα την εντύπωση ότι χαμογελούσα στον φακό, αλλά ο φακός δεν αποτύπωσε κανένα χαμόγελο!
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




