Είναι γνωστή εδώ και αιώνες η σεξιστική προσέγγιση του πατριωτισμού από εμάς τους άντρες, ως κυρίαρχοι που είμαστε στον χώρο των σκοτωμών και των πολέμων, όπου το είδος αφθονεί και συνεπώς πωλείται, συνήθως, σ’ εξευτελιστικά χαμηλή τιμή.

Με επίκεντρο τη σημερινή επέτειο των 40 χρόνων από «τότε», ανατρέχω σε δύο σχετικά κείμενά μου.

Το πρώτο γράφτηκε το 1991 και αφορά τη δική μας πλευρά - το σοκ που προκάλεσε στην κυπριακή κοινωνία, το σύνθημα που φώναξαν ρυθμικά νεαροί σπουδαστές, στη διάρκεια παρέλασης για την επέτειο της 25ης Μαρτίου: «Όταν έρθει τουρισμός, τις τουρίστριες πηδώ, για να λένε τα παιδιά, έχω μάθει γράμματα».

Διερωτήθηκα στο άρθρο μου «γιατί μας κακοφάνηκε τόσο; Επειδή οι σπουδαστές διαδήλωσαν ανοιχτά τη στάση ζωής και τη νοοτροπία μιας ολόκληρης κοινωνίας; Τη φαλλοκρατική αντίληψη για την ξένη επισκέπτρια και κατά προέκταση για τη γυναίκα; Όμως πολλοί από τους σπουδαστές που φώναξαν το… πηδηχτό τους σύνθημα έλαβαν, τον προηγούμενο χρόνο, μέρος στις αντικατοχικές εκδηλώσεις της νεολαίας στη γραμμή αντιπαράταξης».

Συνέχισα επισημαίνοντας ότι «στη διάρκεια της εισβολής του ΄74, δεν είναι μόνο τα καλά παιδιά που στάθηκαν και πολέμησαν τους Τούρκους. Με έκπληξη είδαν πολλοί, πολλούς στρατιώτες που ήταν μαυροπινακισμένοι ως καθάρματα, άνθρωποι που ο νους τους ήταν μόνο στα λογής λογής πηδήματα, συμπεριλαμβανομένων των πηδημάτων από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου, μια ζωή σκαστοί και φευγάτοι απ’ τη σκοπιά, να στέκονται στον πόλεμο και να πολεμούν λιονταρίσια. Και είδαν πολλοί, πολλά καλά παιδιά, καλογυαλισμένα πάντα και γλυκομίλητα, να το βάζουν στα πόδια σαν λαγοί ή να γίνονται φυγόστρατοι.

Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο πατριωτισμός; Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο ηρωισμός; Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο άνθρωπος; Δεν ξέρω αν όλα αυτά έχουν μιαν αρχή κι ένα τέλος. Πάντως οι προκαταλήψεις μας, είναι ατελείωτες…».

Το δεύτερο κείμενο γράφτηκε το 1996 και αφορά την τουρκική πλευρά - με αφορμή τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ (που την είδα με τα μάτια μου), στη διάρκεια αντικατοχικής διαδήλωσης στη νεκρή ζώνη, μεταξύ Δερύνειας και Κάτω Δερύνειας:

«Κάτι έσπασε μέσα μου εκείνες τις ώρες, κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου και τη βροχή των σφαιρών και τον πετροβολισμό, μέσα στην κατάξερη έρημο ενός μικρού κομματιού γης, βαφτισμένου “νεκρή ζώνη”.

Λίγα μέτρα πίσω από τα στίφη με τα μισοφέγγαρα, στην Κάτω Δερύνεια, γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια, χωρίς να δω ούτε ζωγραφιστό Τούρκο. Και τώρα χιλιάδες απ’ αυτούς, να υπερασπίζονται σαν δικό τους το σπίτι μου, απ’ όπου με έδιωξαν σκορπώντας τον θάνατο και την καταστροφή.

Τα στόματά τους χάσκουν γεμάτα μίσος, μας βρίζουν και μας φωνάζουν, στα Ελληνικά, γιους της πουτάνας, χουφτώνουν τ’ αρχίδια τους και ουρλιάζουν πως εκεί μας έχουν γραμμένους. Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος μέσα σε όλον εκείνον τον κουρνιαχτό, τις κραυγές των τραυματισμένων μοτοσικλετιστών, τη σύγχυση και τον πόνο. Με μάτια που έκαιγαν από κούραση, είδα ότι το πρόβλημα δεν είναι οι ΟΗΕδες που δεν βοήθησαν και παρακολούθησαν απαθώς την τουρκική αγριότητα.

Ούτε η πολιτική ηγεσία που ματαίωσε ή δεν ματαίωσε την πορεία. Ούτε η δική μας Αστυνομία που ενήργησε με βάση καθορισμένες εντολές και δεν μπορούσε να επέμβει στη νεκρή ζώνη και ν’ αποσπάσει από τα χέρια των φονιάδων τους ανυπεράσπιστους νέους μας. Εκεί, στη φοβερή μοναξιά της φυλετικής σύγκρουσης, μέσα στη νεκρή ζώνη της Κάτω Δερύνειας, αποχαλινώθηκε το απαίσιο τέρας του τουρκικού εθνικισμού».