Ένα από τα τελευταία καλοκαίρια, τέτοιες μέρες, με επίκεντρο την επέτειο της τουρκικής εισβολής, η εφημερίδα «Πολίτης» έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση για ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση των εκταφών οστών, που τα τελευταία χρόνια διενεργούν σε παλιά ξεροπήγαδα και μαζικούς τάφους, στις ελεύθερες περιοχές και στα κατεχόμενα, επιστήμονες της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων - τα οστά βεβαίως ανήκουν σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους που δολοφονήθηκαν το 1963-64 και το 1974.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, αυτό το θέαμα του ξεθάμματος των νεκρών θα μπορούσε να αποτελέσει και το πρώτο βήμα της λύσης του Κυπριακού, ένα είδος καταλύτη, που θα δώσει το κουράγιο και τη δύναμη - ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος - να κατανοήσουν τη βαρβαρότητα των εγκλημάτων.

Έγραψε σχετικά η εφημερίδα, στο κύριο άρθρο της:

«Μαζί με τους επιστήμονες αρχαιολόγους και άλλους που ξεθάβουν νεκρούς σε ολόκληρη την Κύπρο, θα ήταν χρήσιμο να συμμετέχουν όλοι οι πολιτικοί. Εκεί, μπροστά στα ξεθαμμένα οστά της παραφροσύνης, να κάνουν τις δηλώσεις τους. Κι ακόμα κάτι που θα φανεί τολμηρό. Γιατί να μη μεταδίδονται ζωντανά οι εκταφές; Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καθαρτικό του σαλεμένου μας νου. Θα έβαζε μια τάξη στον αλλοπρόσαλλο ψυχισμό μας. Θα μας έκανε πιο θνητούς, άρα λιγότερο αλλοπαρμένους.

Παρακολουθώντας ζωντανά από τηλεοράσεως τις εκταφές, θα υποχρεωνόμασταν να ξαναζήσουμε ένα θανατικό. Χρήσιμο και λυτρωτικό. Θα ανασταίναμε μια ελπίδα πως δεν είναι πεπρωμένο να είναι μόνο των νεκρών κοινή η μοίρα, αλλά και των ζωντανών. Ιδού το πρώτο βήμα της λύσης του Κυπριακού».

Εισηγήθηκα ότι αυτό που στην πραγματικότητα πρότεινε τότε η εφημερίδα ήταν μια μαζική, αφυπνιστική εμπειρία, μια μορφή θεραπείας υπαρξιακού συγκλονισμού για Έλληνες και Τούρκους αυτού του νησιού, πάνω από τα λιωμένα λείψανα των αγνοουμένων μας, μέσα στη σκόνη που ξεσηκώνουν οι μπουλντόζες, μέσα στις λάσπες των πηγαδιών όπου οι δολοφόνοι πέταξαν τα πτώματα των αθώων θυμάτων τους.

Εξέφρασα την άποψη ότι η βασική θέση του αρθρογράφου για την αλληλεξάρτηση ζωής και θανάτου ήταν σωστή. Όμως δήλωσα και την αμφιβολία μου, κατά πόσο η κυπριακή κοινωνία του υλιστικού προσανατολισμού (ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες πολύπλευρης κρίσης), μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον θάνατο και να μάθει από αυτόν.

Πολλοί μεσαιωνικοί μοναχοί είχαν σε περίοπτη θέση στο κελί τους ένα ανθρώπινο κρανίο, για να τους υπενθυμίζει συνεχώς ότι θα πεθάνουν και για να μαθαίνουν έτσι, να δίνουν στη ζωή τους ουσιαστικότερο νόημα.

Οι Γάλλοι σκεπτικιστές ήθελαν το δωμάτιο του λογοτέχνη να έχει θέα προς το νεκροταφείο, για να κάνει τη σκέψη του πιο δημιουργική και βαθιά.

Ποιος θέλει σήμερα στην Κύπρο να βλέπει νεκροταφεία, για να γίνεται καλύτερος άνθρωπος;

Ποιος θέλει σήμερα στην Κύπρο να σκέφτεται τον θάνατο, για να κάνει πιο γεμάτη τη ζωή του;

Ποιος ασχολείται με τον δικό του θάνατο, σε αυτήν την κοινωνία, που προσπερνά αδιάφορη κάθε θάνατο;

Ποιος αναγνωρίζει τη θνητότητα και την προσωρινότητά του;

Η απάντηση, απογοητευτική σε όλη την αλήθεια της, καθορίζει τα επόμενα χρόνια.