Πίσω στην απλή ζωή. Των αυθεντικών ανθρώπων, που κοιμούνται με ανοικτά παράθυρα και πόρτες σε χαμηλά, ταπεινά σπίτια, στα μικρά περβόλια τους. Όπου οι επισκέπτες μπαίνουν απροειδοποίητα και πιάνουν την κουβέντα μαζί τους - όπου η επικοινωνία είναι συγκλονιστικά άμεση και η ιδιωτικότητα, μια απολύτως σχετική έννοια.

Σε αυτούς με πήρε το ρεπορτάζ στην Ξυλοτύμπου. Στον παλιό δάσκαλο Δημήτρη Κυριάκου, που πάτησε τα εβδομήντα και στον ακόμα πιο παλιό υπάλληλο «στους Εγγλέζους» της Δεκέλειας, Ανδρέα Μάρκου, που άγγιξε τα ενενήντα.

Μπαίνοντας στην Ξυλοτύμπου από την πλευρά της Δεκέλειας, ο δάσκαλος μού υπέδειξε να ξεστρατίσω προς τα αριστερά και να οδηγήσω το αυτοκίνητο στο σπίτι του Ανδρέα, αφού θυμήθηκε ότι είναι ένας από τους συγχωριανούς που ήρθε σε επαφή με τους Εβραίους κρατουμένους του «κάμπου» της γειτονικής Δεκέλειας την τριετία 1946-49.

Κατέβηκε ο δάσκαλος, μπήκε στην αυλή, φώναξε το όνομα του Ανδρέα. Ξεχώρισα ανάμεσα στα δέντρα ένα σκουριασμένο κομμάτι προκατασκευασμένης παράγκας του βρετανικού στρατού Nissen Huts. Τέτοιες παράγκες στέγαζαν τους Εβραίους εγκλείστους πριν από 65 χρόνια. Τώρα στεγάζουν κασμάδες, φτυάρια και άλλα εργαλεία των περβολιών.

Τον υποδέχτηκε η μικροκαμωμένη σύζυγος του Ανδρέα κι εμείς τους ακολουθήσαμε. «Έλα, άνοιξε την πόρτα, μπες. Το ένα του αφτί δεν ακούει καθόλου και ούτε βλέπει», είπε για τον άντρα της. Μας οδήγησε στο πεντακάθαρο υπνοδωμάτιο και στη μονή καρκόλα, όπου ο Ανδρέας κοιμόταν σαν μωρό.

Τον ακούμπησε ελαφρά. «Γέρο», του φώναξε, «γέρο, γύρισε από την άλλη πλευρά να ακούεις. Σήκω, κάτσε να κουβεντιάσεις».

Ανακάθισε αλαφιασμένος ο Ανδρέας, μέχρι να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει.

«Είμαι ο δάσκαλος ο Δημητράκης, ο γιος του Καλλή, ο άντρας της Λένιας», του είπε ο συνοδός μας. «Θυμάσαι τους Εβραίους που ήταν δακάτω;».

«Και βέβαια τους θυμούμαι. Εκάμαν τους εψές εκδήλωση (αναφερόταν στα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας στο Πάρκο της Ειρήνης, την περασμένη Τετάρτη, στην παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρέσβη του Ισραήλ)». Ποια χρονολογία ήταν;

«Το 1947-48».

«Έκαμα νυχτοφύλακας στον “κάμπο” τους. Ήμουν βαριάνος. Πρόσεχα τη νύχτα βάρδια, να μεν έρθει κανένας κοντά στον “κάμπο” των Εβραίων… ύστερα οι Εγγλέζοι επήραν με στο νοσοκομείο που έκαμαν, για να γεννούν οι γυναίκες - οι Εβραίες. Εμιλούσα δυο-τρία εγγλέζικα τότε... Ήρθε ο Εγγλέζος ο αξιωματικός με τη μοτόρα και μου είπε “θα σε πάρουμε στους Εβραίους, γιατί υποψιαζόμαστε ότι πιάνουν τα μάρμαρα που προορίζονται για το νοσοκομείο και τα παίρνουν μες στις παράγκες τους! Το λοιπόν, να μας πεις αν είναι οι Εβραίοι που τα πιάνουν”. Έτσι ήταν… πήγαμε εκεί, έφεραν ένα αυτοκίνητο και ήρθαν και με ρωτούσαν οι Εβραίοι και οι Εβραιούδες “να πιάσουμε από αυτά τα μάρμαρα;”. Πιάστε τα ούλα, τους έλεγα»...

Καταλάβατε; Τον επιστράτευσαν οι εργοδότες του να διερευνήσει την απώλεια των μαρμάρων κι αυτός… τα χάριζε στους δράστες, ουσιαστικά ρισκάροντας να χάσει τη δουλειά του!

Αυτό το είπε, έτσι, άνετα, πάνω στην κουβέντα, χωρίς να θεωρεί ότι έκανε κάτι εξαιρετικό και χωρίς να διεκδικεί… δάφνες «ηρωϊσμού». Λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν παρευρισκόταν στην τελετή απόδοσης τιμών την προηγούμενη ημέρα και δεν ζήτησε ποτέ, μπράβο και αναγνώριση από κανέναν.

Απάντησε απλώς σε μιαν ερώτηση που του τέθηκε, μια μέρα στα ενενήντα του, αγουροξυπνημένος στην κάμαρά του, για ένα ζήτημα που υπήρχε μόνο στη δική του μνήμη και που δεν θα αφηγείτο σε κανέναν, αν δεν τον ρωτούσαν σχετικά…

Είχε πάρει φόρα ο Ανδρέας και συνέχισε να μας μιλά για άλλα επεισόδια από τις νυχτερινές του βάρδιες στη Δεκέλεια, που δεν έχουν καμιά σχέση με το θέμα… εξακολούθησε να αφηγείται γεγονότα της μακρινής νιότης του με τη δυνατή φωνή του, ακόμα κι όταν εμείς αποχωρούσαμε από το δωμάτιο και η γυναίκα του, του επανέλαβε πολλές φορές ότι οι ξένοι πρέπει να φύγουν…