Μια… φίνα ανακοίνωση του Τμήματος Περιβάλλοντος, του αρμόδιου Υπουργείου, για την ανάγκη προστασίας των κυπριακών φιδιών από τους συμπολίτες μας που απολαμβάνουν να τα σκοτώνουν, με ταξίδεψε στον… Κάτω Πύργο. «Τα φίδια του τόπου μας αποτελούν γενικά φιλήσυχες υπάρξεις και δεν επιτίθενται στον άνθρωπο, παρά μόνο όταν ενοχληθούν ή και αισθανθούν ότι απειλούνται. Από τα οκτώ φίδια που συναντάμε στην Κύπρο, τα τρία είναι δηλητηριώδη, αλλά μόνο ένα είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο, η φίνα».
Καταπληκτική η κουβέντα των ειδικών, για τις «φιλήσυχες υπάρξεις».
Πάντως οι φίνες και τα άλλα φίδια, πιο φιλήσυχες υπάρξεις από τους ανθρώπους είναι σίγουρα.
Θυμήθηκα τον Σάββα και την αφήγησή του για το πώς τον δάγκωσε μια φίνα και τον… έστειλε για τρεις σχεδόν εβδομάδες στην Εντατική, με κίνδυνο να πεθάνει.
Με είχε εντυπωσιάσει η άνεση που επέδειξε από την πρώτη στιγμή, όταν διατήρησε την ψυχραιμία του, παρά το ότι συνειδητοποιούσε τον κίνδυνο για τη ζωή του, όταν έδεσε το τραύμα του μόνος του, όταν οδήγησε μέχρι το υγειονομικό κέντρο και όταν αντίκρισε τον γιατρό… γελώντας! («Ο γιατρός μού είπε “μα εσύ γελάς” κι εγώ του είπα, γιατρέ, θα κλαίω; Πάντως ευτυχώς που βρέθηκα κοντά στο χωριό, γιατί αν ήμουν στον ποταμό, δεν θα προλάβαινα»).
Για έναν άνθρωπο «του βουνού» αντιλαμβάνεστε ότι η φίνα είναι μια οικεία παρουσία: «Μια μέρα καθώς έσκυβα ανεβαίνοντας έναν γκρεμό, την άκουσα να σφυρά, γύρισα και την είδα στο πλάι με ανασηκωμένη κεφαλή! Ευτυχώς δεν με δάγκωσε, αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ τώρα».
Ναι… απόλαυσα τη θανάσιμη περιπέτεια του Σάββα, πάνω απ’ όλα γιατί η κυπριακή φίνα, που προκαλεί τόσο έντονες αταβιστικές ανατριχίλες φόβου, φέρνει μαζί της τη μυρωδιά του βουνού, το χώμα, τους άγριους θάμνους, το δάσος με τα πεύκα, το ρυάκι με το νερό που τραβά σαν μαγνήτης τα πουλιά, τους ανοικτούς ορίζοντες του βιότοπου, τις νύχτες με τα ακούσματα των γρύλων, τον φυσικό κόσμο που χάσαμε κι απαρνηθήκαμε, εγκλωβίζοντας τον εαυτό μας στην άσφαλτο και το τσιμέντο της αστικής φυλακής.
Ήμουν εξάλλου προδιατεθειμένος κατάλληλα, γιατί πριν πάω στο σπίτι του, είχα συναντήσει ξυλοκόπους πάνω στα υψώματα των Πηγαινιών, καθώς φόρτωναν τα βαριά οχήματα με υλικό για τα καμίνια και είχα κουβεντιάσει με παθιασμένους κυνηγούς για λαγούς και πέρδικες.
Ακόμα, είχα βοηθήσει τον φίλο μου τον Σπύρο να βγάλει από το ψηλό υπόστεγο του περβολιού το ταχύπλοο, να το δέσει στο τζιπ, να το μεταφέρει στο λιμανάκι του Κάτω Πύργου, να το σύρει στο νερό και είχαμε ξανοιχτεί χιλιόμετρα μέσα προς την κατεύθυνση του Καστελλόριζου, με τα χελιδονόψαρα να σκίζουν την αφρισμένη επιφάνεια, μοιάζοντας με φτερωτές σφαίρες.
Είχα ζήσει ένα σαββατοκύριακο έξω στον ήλιο και τον αέρα, στους ανοικτούς ορίζοντες, όπου η ζωή κι ο θάνατος είναι αληθινά και αθώα σαν τα χελιδονόψαρα στη θάλασσα του Πύργου, σαν τις πέρδικες και τους λαγούς, σαν τους γρύλους και τις πεταλούδες, σαν τις δηλητηριώδεις φίνες.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




