Έγραψα τον Δεκέμβρη του 2010 για την περίπτωση της Ράντα Αλ Χασάν, 20 χρόνων τότε, Παλαιστίνιας από τη Βαγδάτη του Ιράκ, που είχε έρθει στην Κύπρο το 2007, φοβισμένη και αγχωμένη, μαζί με τη μητέρα της και τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια της. Ο πατέρας της, ο μαθηματικός Αμπντουλραχμάν Αλ Χασάν, υπάλληλος κατασκευαστικής εταιρίας στην ιρακινή πρωτεύουσα πριν τον πόλεμο, βρισκόταν ακόμα στη Συρία, έχοντας να διευθετήσει κάποιες εκκρεμότητες πριν ενωθεί με την οικογένειά του στη Λάρνακα και ζητήσουν πολιτικό άσυλο στο νησί, όπου έτυχαν συμπληρωματικής προστασίας.

Είχα συναντήσει τη Ράντα λίγους μήνες προηγουμένως στο Λύκειο Δασούπολης στη Λευκωσία, να μιλά στους μαθητές, στο πλαίσιο δράσεων που είχαν αναπτυχθεί σε σχολεία, δήμους και κοινότητες, με βάση το πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, για θέματα Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας στην Κύπρο.

Η Ράντα μίλησε σε πολύ καλά ελληνικά, για την περιπέτεια της αναγκαστικής προσφυγοποίησής της από το Ιράκ λόγω του πολέμου και της προσπάθειάς της να ενσωματωθεί στην κυπριακή κοινωνία. Μέσα σε τρία χρόνια έμαθε ελληνικά, αποφοίτησε από το Παγκύπριο Λύκειο Λάρνακας, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις, πέρασε με άριστα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και άρχισε σπουδές Ψυχολογίας.

Μού είχε πει ότι οι πρώτες βδομάδες της νέας ζωής της στη Λάρνακα, ήταν εφιαλτικές, αφού αντιμετώπιζε παντού, καχυποψία ή μια περιέργεια ενοχλητική, λόγω της διαφορετικότητάς της.

Η εκμάθηση της γλώσσας, η φοίτηση στο Λύκειο και στο Πανεπιστήμιο, έφερε την κοινωνικοποίηση, τη φιλία με συνομήλικές της Ελληνοκυπρίες, την αίσθηση ότι έγινε αποδεκτή.

Όμως, κάποια περιστατικά ξενοφοβίας στη Λάρνακα, την ανησύχησαν. Και, επιπρόσθετα, την απασχόλησε έντονα η αβεβαιότητα για το μέλλον της, σε μια χώρα όπου δεν μπορούσε να είναι βέβαιη για τίποτε.

Μου είχε εκμυστηρευτεί, τότε: «Θα μείνουμε άραγε στην Κύπρο ή θα φύγουμε; Μήπως τώρα που έμαθα τη γλώσσα και πάω στο Πανεπιστήμιο, θα πρέπει να φύγω να πάω σε άλλη χώρα και να μάθω μια άλλη γλώσσα; Θα πρέπει να ξεκινήσω και πάλι από την αρχή; Πέρασα τα δύσκολα προβλήματα, την εκμάθηση της γλώσσας, την ένταξη, γιατί να μην μείνω εδώ; Θέλω να μείνω εδώ, αλλά αφού αναγνωριστώ σαν πρόσφυγας, για να μπορώ μετά να πάρω την κυπριακή υπηκοότητα, επειδή νομίζω τη δικαιούμαι».

Την αγωνία της μοιράζονταν και τα αδέλφια της, η 21χρονη Ράχτα που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας, ο 16χρονος Τάρεκ, η 13χρονη Τζιχάν και η 9χρονη Τζινάν που φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο Καλογερά και «μιλά τα καλύτερα ελληνικά από όλα τα αδέλφια της», όπως με διαβεβαίωσε γελώντας η Ράντα.

Γιατί η Ράντα, παρόλη την αγωνία της, ήταν πάντα αισιόδοξη και χάριζε μονίμως σε όλους, τη γενναιοδωρία του χαμόγελού της. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίδασκε ελληνικά σε ανήλικους και σε ενήλικες Παλαιστίνιους στη Λάρνακα.

Δεκατέσσερις ώρες σκληρής δουλειάς κάθε σαββατοκύριακο, τις αφιέρωνε στους άλλους, δωρεάν, χωρίς αμοιβή και χωρίς στήριξη από κανέναν. «Αν δεν τους βοηθήσω εγώ, ποιος θα τους βοηθήσει;», μου είχε πει, πάλι γελώντας.

Έμαθα χθες ότι η Ράντα έφυγε τελικά πριν έξι μήνες από την Κύπρο και πήγε στη Σουηδία - μια πατρίδα ίσως πιο ανεχτική και καλοπροαίρετη.

Πιθανόν τώρα που την έχασε η Κύπρος, να διδάσκει σουηδικά σε μικρούς συμπατριώτες της.