Βλέπω συχνά τον υπέργηρο άντρα να κάθεται στο αυτοκίνητό του το παρκαρισμένο έξω από το φροντιστήριο και να κοιμάται. Είναι ο πρώην κοινοτάρχης του παλιού συνοικισμού εκεί κοντά. Τώρα στα γεράματα απόλαυσε το κύρος ενός αξιώματος, που απαιτεί την καταπληκτική ικανότητα ν’ ακούει τα αιτήματα των άλλων και να κουνά το κεφάλι με κατανόηση, ξέροντας με μιαν υπόγεια και ανείπωτη βεβαιότητα ότι η σημασία των αιτημάτων σ’ αυτό το ξεχασμένο προσφυγικό γκέτο, έγκειται στο ότι μπορούν έστω να διατυπώνονται χωρίς απαραιτήτως να ικανοποιούνται.
Η διατύπωση των αιτημάτων είναι η στρόφιγγα που ξεσφίγγει τόσο, όσο για να απελευθερώσει την ένταση που χρειάζεται ώστε οι άνθρωποι να ξαλαφρώνουν από τα δεινά της ψυχικής καθήλωσης, να διατηρούν την ισορροπία τους και γενικά να μην τρελαίνονται καθώς γερνούν, αρρωσταίνουν, εγκαταλείπονται και πεθαίνουν.
Ο πρώην κοινοτάρχης κάθεται στη θέση του οδηγού μέσα στο παλιό όχημα, κι αυτήν τη φορά δεν κουνά το κεφάλι με κατανόηση, δεν το κουνά έτσι ή αλλιώς, το έχει απλώς ριγμένο προς τα πίσω, έχει το στόμα ανοικτό και ροχαλίζει. Η τάξη των παιδιών είναι στο ισόγειο και βλέπει στον δρόμο, τα παιδιά είναι στην τάξη με τη δασκάλα τους και ένα από αυτά είναι δισέγγονό του. Ο γέρος είναι γύρω στα ενενήντα και προϋπήρχε του οχήματος που οδηγεί, του κτιρίου που στεγάζει το φροντιστήριο και όλων των κτιρίων και των ανθρώπων της περιοχής.
Υποθέτω ότι, ως ο τελευταίος επιζήσας ενός κατεδαφισμένου κόσμου, μπορεί να νιώθει μοναξιά ή έστω ένα είδος στυφής υπεροχής από μια θέση αναπόδραστης αδυναμίας.
Καμιά φορά συντρομάσσεται και ξυπνά κάποια στιγμή, σαν για να βεβαιωθεί ότι είναι ζωντανός.
Δεν ξέρω αν βεβαιώνεται επί του προκειμένου, αλλά αρπάζει το τιμόνι και δεν έχει πρόθεση να πάει πουθενά. Εκεί θα μείνει μέχρι να σχολάσει ο μικρός.
Ανήκει σε μια γενιά όπου ό,τι έκαναν το έκαναν για τους τρίτους -τους γονείς, τα αδέλφια, τα παιδιά, τα εγγόνια- αφήνοντας πάντα τον εαυτό τους… spare, σαν το λάστιχο με τη σκουριασμένη ζάντα στο σαραβαλάκι του.
Αυτός είναι ο τρόπος του, δεν έχει άλλον - ενόσω το δισέγγονό του χρειάζεται μέσο μεταφοράς, δεν πρόκειται να πάει ταξίδι, ούτε να μάθει να χειρίζεται το κομπιούτερ, ούτε να κάνει νέες φιλίες, ούτε να παρέμβει για να ικανοποιηθούν τα χρονίζοντα αιτήματα στον συνοικισμό, που εδώ που τα λέμε τα άφησε να χρονίζουν ανικανοποίητα και επί της θητείας του.
Το παιδί ανοίγει συνήθως δύσθυμο την πόρτα και ρίχνει την τσάντα του απρόσεκτα στο κάθισμα. Μουρμουρίζει ότι βαρέθηκε τα μαθήματα και τα διαβάσματα και ότι θα ήθελε να ήταν σαν τον παππού του, να μην κάνει τίποτε.
Βεβαίως ο παππούς θα ήθελε να ήταν σαν τον μικρό κι ας έκανε τα πάντα. Ξέρει πως η ανθρώπινη ιστορία συνίσταται στην επιθυμία του καθενός να πάρει τη θέση κάποιου άλλου, αλλά αυτό δεν φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαίτερα, καθώς βάζει μπρος για να οδηγήσει βασανιστικά αργά για ένα δυο λεπτά, μέχρι το σπίτι εκεί κοντά.
Μικρή η απόσταση, αλλά τεράστιο το ταξίδι, δεν συμφωνείτε;
Τα ακίνητα της εβδομάδας




