Δεν λέω, χάρηκα πολύ που είδα, τον Αντρέα, παλιό συμμαθητή, γελαστό κι ευπροσήγορο όπως πάντα…όμως δεν με ρώτησε πώς πάω εγώ, με ρώτησε πώς… πάνε τα παιδιά μου, λες και τα παιδιά μας είναι οι ζωντανοί, απόλυτοι δείκτες της δικής μας ευημερίας. Δεν μπορώ να συγκρατήσω και πολλά πράγματα από αυτό τον χείμαρρο των μαθητικών και φοιτητικών…ηρωϊσμών των παιδιών του…κι εξάλλου παρασύρθηκα κι εγώ και βρέθηκα χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, να περιδινίζομαι στη δίνη μιας ασταμάτητης πολυλογίας, όπου έριξα και τα ονόματα των δικών μου παιδιών…τι έκαναν και τι είπαν, τι σκέφτονται και τι προγραμματίζουν, πού πήγαν και πού θα πάνε…
Έπιασα τον εαυτό μου να…βαριέμαι τον εαυτό μου….Αναρωτήθηκα ξαφνικά, δηλαδή τώρα τι κάνουμε;
Μιλάμε για μας, μέσω…αντιπροσώπων;
Γιατί δεν μιλάμε για μας, απευθείας;
Γιατί ο Αντρέας, δεν μου μιλά, για τον Αντρέα; Γιατί μου μιλά για τον Γιώργο και για την Αρετή;
Μήπως εκθειάζει, μέσω αυτών που θεωρεί επιτεύγματα του γιου του και της κόρης του, τις τεράστιες γονεϊκές του ικανότητες;
Την υποτιθέμενη σοφία του; Την υποτιθέμενη ιδιοφυϊα του;
Ομολογώ ότι προσπαθούσα από ώρα να βρω πόρτα να ξεγλιστρήσω από αυτό το λούκι της απατηλής αυτο-εκπλήρωσης και της φαντασιακής ανωτερότητας και όταν τη βρήκα, τη διάβηκα με ύψιστη ανακούφιση, προσπαθώντας να αναπνεύσω καθαρό οξυγόνο, από τα τοξικά αέρια του γονεϊκού αυτοθαυμασμού που μπούκωσαν την ατμόσφαιρα.
Και αναρωτήθηκα μυστικά μέσα μου, υπάρχει άραγε τρόπος να απογαλακτισθεί κανείς απ’ τα παιδιά του;
Να απελευθερωθεί από την ιδέα ότι υπάρχει μόνο μέσω των πραγματικών ή φανταστικών αρετών τους;
Να απέχει από την ταύτιση μαζί τους;
Να αντιμετωπίσει την αλήθεια της μοναξιάς του;
Τη σκληρή πραγματικότητα της διαφορετικότητάς του;
Τη σκληρή πραγματικότητα της ανεξαρτησίας του;
Τη σκληρή πραγματικότητα της μοναδικότητάς του;
Αν το γνωρίζει κανείς, ας μου το πει κι εμένα.
Για να γεμίσουμε δηλαδή, αυτή την αίσθηση κενού - αυτό που λείπει στις επαφές μεταξύ μας.
Κι αυτό που λείπει, είμαστε εμείς. Ο εαυτός μας.
Αυτά που πραγματικά σκεφτόμαστε.
Αυτά που πραγματικά επιθυμούμε.
Θέλω να πω ότι μου φαίνεται πως κρυβόμαστε ο ένας απ’ τον άλλο και το πιο πρόχειρο προσωπείο που χρησιμοποιούμε, είναι τα παιδιά μας. Τι έκαναν χθες, προχθές, πριν ένα μήνα, πέρσι, πριν δέκα χρόνια, πριν είκοσι χρόνια, πότε και πώς πρωτοπερπάτησαν, πότε και πώς πρωτομίλησαν, πού πήγαν όλο αυτό τον καιρό, τι είπαν, τι άκουσαν, τι είδαν, τι θέλουν, τι επιδιώκουν, τι προγραμματίζουν, τι σκέφτονται.
Όμως εσύ τι σκέφτεσαι, ρε Αντρέα; Εσύ τι θέλεις; Εσύ τι έκανες όλο αυτό τον καιρό; Εσύ τι είπες, τι άκουσες, τι είδες, τι προγραμματίζεις να κάνεις αύριο; Τον επόμενο μήνα; Τον επόμενο χρόνο;
Θέλω να πω, γιατί κρύβεσαι πίσω από τη φιλολογία περί των υπέροχων παιδιών σου, ρε Αντρέα; Τι γίνεται με το σώμα σου, που το έχεις κάνει κάλαθο των αχρήστων; Τι γίνεται με τα αισθήματά σου, που τα έκτισες μέσα στον τοίχο της απόλυτης απάθειας; Τι γίνεται με τα όνειρά σου; Ασχολούνται με αυτά, τα παιδιά σου; Αλλά γιατί δεν αφήνεις τα παιδιά σου να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα και να κάνεις τόπο μέσα σου, για τα δικά σου;
Τα ακίνητα της εβδομάδας




