Τον… νόμο επικαλέστηκε ο Υπουργός Εσωτερικών, Σωκράτης Χάσικος, προσπαθώντας να διασκεδάσει τις έντονες διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων πολιτικών και ψηφοφόρων που δεν περιλήφθηκαν στον εκλογικό κατάλογο και δεν τους επετράπη να ψηφίσουν στις προχθεσινές Ευρωεκλογές: «Oι εκλογές γίνονται στη βάση νόμου. Ο νόμος λέει ότι πρέπει να υπάρχει διεύθυνση. Θα θέσουμε σε κίνδυνο τις εκλογές, διότι τρεις, πέντε, δέκα, φωνάξαν;».
Νομίζω μπορεί να διακρίνει ο καθένας από εσάς, την υποτιμητική χροιά της υπουργικής παρατήρησης για τους «τρεις, πέντε, δέκα Τουρκοκύπριους που φωνάξαν». Την ίδια υποτιμητική χροιά, μπορεί να διακρίνει κανείς στην παρατήρηση του Γενικού Εφόρου Εκλογών, Κωνσταντίνου Νικολαΐδη, ότι είναι «ήσσονος σημασίας γεγονότα» οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις.
Η αναφορά μου δεν είναι προσωπική και δεν κατευθύνεται απαραίτητα στον Κωνσταντίνο Νικολαΐδη, αλλά… μήπως θεωρούμε, γενικά, «ήσσονος σημασίας» ανθρώπους, τους Τουρκοκυπρίους; Στην πραγματικότητα οι Τουρκοκύπριοι, που το ελληνοκυπριακό πολιτικό κατεστημένο τούς επικαλείται συχνά, προωθώντας τη δήθεν πολιτική της επανένωσης, έχουν την ίδια σημασία που έχουμε κι εμείς, όσο κι αν αυτό μάς ξαφνιάζει… Αυτό το συνειδητοποιούμε, άραγε, ως πολίτες της ενωμένης Ευρώπης και ως συμμέτοχοι στο -υποτιθέμενο- σύστημα δημοκρατίας μας;
Πάντως, οι χειρισμοί της Κυβέρνησης στο θέμα του δικαιώματος συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων στις Ευρωεκλογές και οι αντιδράσεις μας στις αντιδράσεις τους, με εκείνο το μπλαζέ, ελαφρώς περιφρονητικό ύφος που έρχεται ολόισα από τη δεκαετία της εθνικιστικής έξαρσης (1960), άλλα αποκαλύπτουν...
Δεν συμφωνώ με την αντιδυτική και ευρωσκεπτικιστική ιδεολογία της Δικοινοτικής Ριζοσπαστικής Αριστερής Συνεργασίας (ΔΡΑΣυ Eylem), θεωρώ, όμως, σωστές τις επισημάνσεις της σε καίρια ζητήματα των σχέσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο. Σημειώνω ως θετικό το σχόλιό της στο θέμα των τουρκοκυπριακών αντιδράσεων για τις Ευρωεκλογές, ότι «οι κυβερνητικοί χειρισμοί φαίνεται να στόχευαν περισσότερο στην αποφυγή της πίεσης που ασκούσε η Ε.Ε. σχετικά με αυτό το θέμα, παρά στην ουσιαστική διευκόλυνση των Τουρκοκυπρίων».
Μου είπε προχθές -μιλώντας πολύ καλά Ελληνικά- ο Νεβζάτ Οζνέλ, που ήρθε με τη γυναίκα και την κόρη του από το κατεχόμενο κομμάτι της Λευκωσίας να ψηφίσουν στο ειδικό εκλογικό κέντρο του Γυμνασίου Φανερωμένης: «Κατάγομαι από τον Άγιο Θεόδωρο Τηλλυρίας, κοντά στα Κόκκινα και μένω με την οικογένειά μου στη Λευκωσία. Άφησαν εμένα και την κόρη μου να ψηφίσουμε, που έχουμε νέα ταυτότητα, αλλά δεν άφησαν τη γυναίκα μου, που έχει την παλιά. Αν συνεχίσουν να κάνουν τέτοια προβλήματα, θα τα χάσουμε όλα. Κι εσείς είστε Κύπριοι κι εμείς είμαστε Κύπριοι!
Αλλά, πολλοί από εμάς, λένε τώρα ότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Έτσι που πάμε, θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Και οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι. Οι Τουρκοκύπριοι θέλουν ειρήνη, αλλά άμα βλέπουν αυτά τα πράγματα, απογοητεύονται. Κρατούμε την κυπριακή ταυτότητα και δεν μας αφήνουν να ψηφίσουμε… τι να κάνουμε; Να πάμε να απλώσουμε το χέρι στην Τουρκία αφού δεν μας θέλουν εδώ;».
Μου είπε η 29χρονη κόρη του, Αϊσέ Οζνέλ: «Προσωπικά νιώθω Κυπρία, δεν μου αρέσει ο εθνικός διαχωρισμός… οι παππούδες μου είναι από την Τηλλυρία, γεννήθηκαν μιλώντας Ελληνικά. Η γιαγιά μου δεν ήξερε Τουρκικά, μόνο Ελληνικά. Είμαι Ευρωπαία πολίτης, πιστεύω στην πλήρη επανένωση του νησιού. Αλλά σήμερα νιώθω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μάς αδίκησε»…




