Με τίτλο «Μεγάλα οράματα και συντροφικά μαχαιρώματα», ο πολιτικός συγγραφέας Λουκάς Κακουλλής, μεταφραστής και πρώην στέλεχος της ΠΕΟ, που όπως γράφει, «στην κρίση που έπληξε την Αριστερά το 1990, στήριξα και δημόσια τις απόψεις της μειοψηφίας καταβάλλοντας τίμημα βαρύ», εξέδωσε πριν από λίγες μέρες το νέο του βιβλίο - μια πολιτική βόμβα με αυθεντικά ντοκουμέντα, μαρτυρίες και προσωπικές εμπειρίες, που αποτυπώνουν διαχρονικά το στυγνό πρόσωπο μιας μερίδας των «μεγάλων», σταλινικών ηγετών του ΑΚΕΛ. Και που περιγράφουν με σκληρή ειλικρίνεια την πολιτική και κοινωνική καταδίωξη άξιων συντρόφων τους, που είχαν την τόλμη και την εντιμότητα να εκφράσουν τη διαφωνία τους σε κρίσιμα ζητήματα.
Αποκαλυπτικές κι εκτεταμένες είναι οι αναφορές του βιβλίου στον Πλουτή Σέρβα, τον Σταύρο Αγγελίδη, τον Δώρο Χριστοδουλίδη, τον Γιώργο Λιλλήκα, τον Δημήτρη Χριστόφια και τον Νίκο Κατσουρίδη.
«Έζησα στη Λάρνακα από το 1961 ώς το 1970 και μεγάλωσα σε μιαν αριστερή οικογένεια, που με διαπαιδαγώγησε στα ιδανικά του σοσιαλισμού», γράφει ο Κακουλλής στο πρώτο μέρος και συνεχίζει: «Συμμαθητές μου και άλλοι, θα με θυμούνται σθεναρό υπερασπιστή των ιδεών στις οποίες πίστεψα, ένθερμο προπαγανδιστή των ιδανικών για μιαν άλλη, καλύτερη ζωή, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Πίστεψα στη μαρξιστική ιδεολογία όταν ήμουν ακόμα πολύ νεαρός.
Κι όταν μου δόθηκε η δυνατότητα να σπουδάσω στη Σοβιετική Ένωση και να μελετήσω αυτήν την ιδεολογία στην Ανώτατη Σχολή της Κομμουνιστικής Νεολαίας Κομσομόλ το 1970-71, στη σοβιετική πρωτεύουσα, οι πεποιθήσεις μου έγιναν πιο ισχυρές. Έβλεπα βέβαια τα κακώς έχοντα και ανησυχούσα. Δεν ήταν δυνατό, έλεγα, να τα σκέφτηκε έτσι ο Μαρξ, ο Έγκελς ή ο Λένιν: Τεράστιες ουρές στα καταστήματα, διαφθορά, δρόμοι με αλκοολικούς κλπ. Καθησύχαζα τον εαυτό μου με τη σκέψη πως αυτά δεν ήταν η ιδεολογία στην οποία πίστεψα.
Πως αποτελούσαν παραβιάσεις της ιδεολογίας μου, αδυναμίες που διορθώνονταν… Μετά από τις σπουδές μου κλήθηκα να εργαστώ ως μεταφραστής στο συνδικαλιστικό κίνημα και δεν το αρνήθηκα. Είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω από κοντά και να συνεργαστώ στενά με πάρα πολλά στελέχη της Αριστεράς, ανάμεσα στα οποία οι Ανδρέας Ζιαρτίδης και Παύλος Δίγκλης, τους οποίους εκτίμησα περισσότερο. Το βράδυ της 13ης του Μάρτη 1990, ήμουν μάρτυρας της πιο φοβερής σκηνής που είδαν μέχρι τότε τα μάτια μου:
Σε μια συγκέντρωση στη Λάρνακα, μέλη του ΑΚΕΛ ασχημονούσαν συνεχώς, έφτυναν τον Ζιαρτίδη και τον ύβριζαν!!! Τον αποκαλούσαν προδότη, γιατί μετά από την καθαίρεσή του από την ηγεσία του κόμματος, σχημάτισε μαζί με άλλους τέσσερις βουλευτές της Αριστεράς που στιγματίστηκαν και σπιλώθηκαν επανειλημμένα, ξεχωριστή ομάδα στη Βουλή.
»Οι ασχημονούντες δεν άφησαν τον Ζιαρτίδη, τον Δίγκλη, τον Παπαπέτρου ή τον Σιανή να μιλήσουν. Ύβριζαν τον Ζιαρτίδη χυδαία, τον έφτυναν, τον κατηγορούσαν με ουρλιαχτά για πολλά και διάφορα, αλλά δεν του επέτρεπαν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εκείνες τις δραματικές στιγμές θυμήθηκα τα αμέτρητα θύματα του σταλινισμού σ’ όλο τον κόσμο και όχι μόνο στη Σοβιετική Ένωση. Δεν είναι αυτό το κόμμα στο οποίο πίστεψα, συλλογίστηκα, όταν οι τραμπούκοι κατάφεραν τελικά να διαλύσουν τη συγκέντρωση. Δεν είναι αυτά τα ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκα…
Αυτή είναι η “δημοκρατία” του Στάλιν και του Τσαουσέσκου…Πόνος αβάσταχτος με βασάνιζε τις ώρες και μέρες που ακολούθησαν. Με μέλη και οπαδούς όπως αυτούς και με μια πλειοψηφία στην ηγεσία που εφαρμόζει τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα με τον ίδιο περίπου τρόπο, πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η κρίση, πώς θα μπορούσε να παραμείνει ενωμένη η Αριστερά…».




