Ένας από τους θεωρούμενους σπουδαιότερους Αμερικανούς λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου, ο 81χρονος Φίλιπ Ροθ (Philip Roth), ανακοίνωσε μιλώντας προχθές σε ντοκιμαντέρ του ΒΒC, ότι θα σταματήσει να γράφει και ότι θα αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή.

Γράφω «θεωρούμενους», γιατί πολλοί κριτικοί λογοτεχνίας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη χαρακτηρίζουν «υπερτιμημένη» τη συγγραφική αξία του και τον «κατσάδιασαν» αμέτρητες φορές για το «ταλέντο» του να επαναλαμβάνει στα βιβλία του -περισσότερα από τριάντα- τις ίδιες και τις ίδιες «κοινοτυπίες».

Οι «κοινοτυπίες» των διάσπαρτων με αυτοβιογραφικά στοιχεία μυθιστορημάτων του, ιδιαίτερα των τελευταίων χρόνων, περιστρέφονται γύρω από τα γηρατειά, τις μάταιες προσπάθειες αληθινής σύνδεσης με νεότερες γυναίκες, την ψυχοσωματική κούραση και την τάση για κοινωνική απόσυρση που φέρνει μαζί της η αποκαλούμενη τρίτη ηλικία.

Μια επιτομή όλων αυτών των προσωπικών τραγωδιών αποτελεί το βιβλίο του, του 2006, με τον τίτλο «Everyman», που ξεκινά με την κηδεία του 70χρονου πρωταγωνιστή και συνεχίζει με μια προβολή επεισοδίων του παρελθόντος του, με την αφήγηση των παιδικών του χρόνων και των τριών γάμων και διαζυγίων του, και με την απόφασή του να ζήσει σε μια κοινότητα συνταξιούχων, όπου, άρρωστος και με αισθήματα μοναξιάς, έχει άφθονο χρόνο να σκεφτεί πάνω στα λάθη και τις υπερβολές της ζωής του, καθώς πλησιάζει ο θάνατος…

Το πρώτο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Αντίο Κολόμπους» εκδόθηκε το 1959 και συνέχιζε να γράφει μέχρι τώρα, έχοντας κερδίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία και μεγάλη αναγνώριση από κοινό και κριτικούς. Ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του είναι το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ» του 1969, το «Αμερικανικό ειδύλλιο» και η σειρά μυθιστορημάτων με αφηγητή τον Νέιθαν Ζούκερμαν, που είναι το alter ego του συγγραφέα.

«Είναι η τελευταία μου εμφάνιση στην τηλεόραση, πραγματικά, η τελευταία μου δημόσια εμφάνιση οπουδήποτε», είπε στον δημοσιογράφο του βρετανικού καναλιού που του πήρε τη συνέντευξη. «Συγκεντρώνομαι στο μεγάλο έργο, του να μην κάνω τίποτε. Πέρασα πολύ ωραίες στιγμές αυτά τα τρία-τέσσερα τελευταία χρόνια. Τώρα που δεν γράφω πια, δεν θέλω παρά να φλυαρώ», είπε στο BBC.

Υπενθυμίζω ότι στο πρόσφατο παρελθόν είχε δηλώσει ότι «ειναι πια ευτυχισμένος κι έτσι δεν θέλει πια να γράφει».
Είναι ευτυχισμένος και δεν θέλει πια να γράφει! Έχω την εντύπωση ότι δεν έχει διατυπωθεί ποτέ, με πιο ακριβή και βαθύ τρόπο, η επώδυνη εμπειρία της συγγραφής.

«Έφθασα στο τέρμα. Δεν υπάρχει πια τίποτε για να γράψω», είχε πει ο Φίλιπ Ροθ πριν από ενάμιση χρόνο σε γαλλικό περιοδικό, και φυσικά δεν εννοούσε ότι δεν υπάρχει πια τίποτε «αξιόλογο», για να γραφτεί, σ’ αυτόν τον κόσμο. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τον κόσμο γύρω από τον συγγραφέα, αλλά με τον κόσμο μέσα στον συγγραφέα - με την απόφασή του να «φύγει».

Και, όπως λέει συχνά ο συνάδελφος Σάββας Ιακωβίδης, ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα στη ζωή, για τον άνθρωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα και που ασκεί οποιοδήποτε είδος εξουσίας, είναι να ξέρει πότε -και πώς- να φύγει με αξιοπρέπεια.