Δίνω σήμερα τη στήλη στον Κυριάκο Σιαμτάνη, εγγονό του αγνοουμένου της Άσσιας Ματθαίου Παπαμιχαήλ και σε απόσπασμα από τον χθεσινό επικήδειό του, στην κηδεία του παππού του, στα Λατσιά, που είναι, θα έλεγα, μια επώδυνη τομή, στο ανοικτό, ακόμα, τραύμα στην ψυχή της Κύπρου μας:
«Πολυαγαπημένε μου παππού… οι αναμνήσεις που έχω από σένα είναι δυστυχώς ελάχιστες, καθώς ήμουν μόλις 4 χρονών. Ασχολήθηκες με τη γεωργία και την κτηνοτροφία όπως συνήθιζαν οι κάτοικοι της Μεσαορίας κι αφιέρωνες πολύ χρόνο στην Εκκλησία και στη θρησκεία σεβόμενος και την οικογενειακή σας παράδοση, αφού ο παππούς σου ήταν ιερέας. Παντρεύτηκες τη γιαγιά μας Ελένη και μαζί αποκτήσατε πέντε παιδιά. Η αγάπη και η αφοσίωση που έδειχνες για την οικογένειά σου ήταν πραγματικά υποδειγματική.
Οι θείοι μου θυμούνται ότι στο τραπέζι ο καθένας είχε τη δική του θέση. Η γιαγιά μου έλεγε πως όταν έφερνες στο σπίτι φρούτα πρωτοφανούσιμα, της ζητούσες να τα πλύνει και να τα μοιράσει ίσα στο πιάτο του κάθε παιδιού. Ό,τι ώρα ήθελε ο καθένας μπορούσε να πάρει το μερίδιό του, αλλά όχι το μερίδιο των άλλων. Ο θείος μου ο Μιχαλάκης, θυμάται χαρακτηριστικά ότι όταν καθόσουν στο τραπέζι, προτού ξεκινήσετε να τρώτε, πάντοτε ρωτούσες: “φαΐ της μάνας μου επήρες της;”. Η οικογένεια, τα παιδιά σου και οι γονιοί σου ήταν για σένα πάντοτε προτεραιότητα. Αλήθεια, πόσο δύσκολη ήταν η απόφαση να μείνεις πίσω και να τους αφήσεις να φύγουν μόνοι;
»Μεγάλη ήταν η χαρά σου όταν γεννήθηκα και χάρηκες για πρώτη φορά εγγόνι. Δύο χρόνια αργότερα, γεννήθηκε και η αδελφή μου η Χριστιάνα και τότε η χαρά σας ήταν διπλή. Λίγες μέρες πριν το κακό, στις 26 Ιουνίου 1974, γεννήθηκε ο μικρότερος αδελφός μου ο Ματθαίος κι έστω και για λίγες μέρες χαρήκατε με τον ερχομό του τρίτου εγγονιού.
»Ακολούθησαν οι 15 και 20 Ιουλίου με τα τρομερά γεγονότα και τις τραγικές συνέπειες. Στις 14 Αυγούστου, όταν πληροφορήθηκε η γιαγιά μου από δικούς μας στρατιώτες ότι οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό, μπήκε στο σπίτι και φώναξε σε όλους να ετοιμαστούν για να φύγουν. Σε παρακάλεσε επανειλημμένα για να έρθεις μαζί τους, αλλά εσύ ήσουν σίγουρος ότι κανένας δεν θα σε πειράξει. Εξάλλου τα ζώα στα χωράφια σου χρειάζονταν κάποιο να τα φροντίζει. Έμεινες λοιπόν πίσω, ενώ όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έφυγαν για να γλιτώσουν.
»Η ιστορία σου σταμάτησε εκεί. Εμείς δηλώναμε πως είσαι αγνοούμενος… Πόσος πόνος κρυβόταν σ’ αυτή τη λέξη… Ανεξίτηλα χαραγμένες στο μυαλό και στην καρδιά μου έχουν μείνει οι εικόνες από τις ανταλλαγές των αιχμαλώτων. Θυμάμαι την αγωνία με την οποία αντικρίζαμε όλοι οι συγγενείς το λεωφορείο και κοιτάζαμε από κάθε παράθυρο, ελπίζοντας ότι από κάπου θα ξεπρόβαλλες. Θυμάμαι ακόμα την απογοήτευση κάθε φορά που το λεωφορείο άδειαζε και εσύ δεν ήσουν εκεί.
Θυμάμαι ακόμα την ελπίδα ότι θα ήσουν στην επόμενη ανταλλαγή, την πίστη που είχα ακόμα λίγα χρόνια πριν, ότι θα γυρίσεις. Σιγά σιγά οι μέρες έγιναν χρόνια, πολλά χρόνια, σχεδόν σαράντα… Δεν νομίζω να πέρασε μέρα από τότε, που η γιαγιά μου να μην είχε προσευχηθεί για σένα.
Σήκωσε μόνη της όλο το βάρος της απουσίας σου, κράτησε γερά τα ηνία της οικογένειας και συνέχισε επάξια το έργο που μαζί ξεκινήσατε. Μεγάλωσε μόνη της τα παιδιά της και αξιώθηκε να τα παντρέψει όλα και να χαρεί τα εγγόνια και τα δισέγγονα που εσύ δεν χάρηκες. Η πορεία της δεν ήταν καθόλου εύκολη, οι δυσκολίες ήταν πολλές. Όμως τα κατάφερε να είναι σήμερα περιτριγυρισμένη από εμάς και την αγάπη μας»...




