Ναι, σε αυτό το - προχθεσινό - στιγμιότυπο γελάμε πολύ με τον παιδοψυχίατρο, ψυχαναλυτή και ποιητή στην Αθήνα, Θανάση Χατζόπουλο, στη βεράντα της καφετερίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στη Λευκωσία. Και γελάμε έτσι από την ευφορία και την καταπληκτική διάθεση που μας έφτιαξε η εικόνα του φωτογράφου της εφημερίδας Γιώργου Μιχαήλ, που μας φωτογράφιζε έχοντας στην αγκαλιά του τον εννιά μηνών γιο του! Βλέπετε, αυτό το μεσημέρι εργαζόταν η σύζυγος, δεν είχε ο Γιώργος πού να αφήσει το παιδί και το έφερε μαζί του στη φωτογράφιση, σπάζοντας αμέσως τον πάγο, στο σεμινάριο, όπου ο Χατζόπουλος ήταν εισηγητής.

Το μωρό, ο συνονόματος Μάριος, που κράτησα κι εγώ στην αγκαλιά μου μέχρι ο μπαμπάς του να φωτογραφίσει τους δεκάδες εκπαιδευτικούς ψυχολόγους που συμμετείχαν στο σεμινάριο - η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων είναι νεαρές γυναίκες - έκλεψε τις καρδιές όλων, κι εδώ που τα λέμε, έκανε τη δουλειά μας ευκολότερη! Και, συνδέοντας την παρουσία του με το θέμα του σεμιναρίου «Το τραύμα παιδιών προσφύγων και αιτητών ασύλου» και με την κουβέντα που μου είπε ο Θανάσης Χατζόπουλος ότι «όλοι μας κουβαλάμε ένα τραύμα ξενότητας», έχω την εντύπωση ότι το παιδί απάλυνε μέσα σε λίγες στιγμές, το τραύμα ξενότητας ανάμεσά μας!

Ξαναφέρνω στο μυαλό, αυτό που μου είπε ο Χατζόπουλος: «Όλοι είμαστε με κάποιο τρόπο ξένοι, που απαλλοτριώνουμε τον κόσμο που βρίσκουμε γύρω μας για να μπορέσουμε να τον κατοικήσουμε. Καθώς ο ψυχισμός δομείται με βάση τον “άλλο”, που είναι ένας ξένος - ο πρώτος “άλλος” είναι ο πατέρας και η μητέρα - έχει στον πυρήνα του ένα στοιχείο ξενότητας, εταιρότητας, γύρω από το οποίο φτιάχνεται και παραμένει εσαεί ένα άγνωστο και με το οποίο αναδιαμορφώνεται. Είτε μιλάμε για πρόσφυγες, μετανάστες, εξόριστους, είτε για μας, στο τέλος καταλήγουμε να πούμε ότι το τραύμα της ξενότητας, εκείνοι το ζουν στην κυριολεξία τους, ενώ όσοι από εμάς δεν το κουβαλάμε μέσα στην Ιστορία μας, το ζούμε σε ένα είδος μεταφοράς».

Την επώδυνη αίσθηση της ξενότητας, μεταφέρουν πολλά από τα ποιήματα του Θανάση Χατζόπουλου, όπως διαπίστωσα το ίδιο βράδυ μετά τη γνωριμία και τη συνομιλία μας, ανατρέχοντας στο διαδίκτυο. Πάντως ο ίδιος ο Θανάσης, δεν είναι πια ξένος στη Λευκωσία.

Να δύο από τα ποιήματά του:

ΠΑΖΑΡΙ

Περασμένη ώρα. Ξεστάχυασε και το απόγευμα
Μόνο τα σκουπίδια στο φως
Ανάμεσα στο αντιφέγγισμα της δύσης
Και στα φανάρια που μόλις θερμαίνουν τα λαμπιόνια τους
Εκείνος παλεύοντας τις ρόδες
Που χρησιμεύουν του για πόδια
Πιλατεύει το κορμί του στο κάθισμα επάνω
Και μπροστά ορμάει σε ανήφορο μοναδικό
Πεθαμένη κι η ώρα. Πλάι στα σκουπίδια
Που ο δρόμος περιθάλπει αντί γι' αυτόν μετά από το παζάρι
Μια όμορφη του συνοδεύει τον καημό
Γυναίκα; Αδελφή; Εταιρικό;
Τροχήλατος εκείνος επιστρέφει
Σε σπίτι; Σε παράγκα; Σε οικισμό;
Παράπηγμα η ζωή του
Κι εκείνος τον μοναδικό του οβολό κυλάει
Με δυσκολία γυρνώντας
Σε δύο ρόδες τον δικό του τον τροχό

ΝΕΑΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
Με μία ελαφρά βλεφαρόπτωση
Στο βλέμμα, τα χρυσαφικά στο λαιμό
Και δαχτυλίδια με φλουριά στα χέρια
Στην αγκαλιά της μέσα
Στον ύπνο του καθεύδει το μωρό
Με σύννεφο αντάμα
Μαζί με μια υγρασία στα μάτια
Τις πούλιες σε ύφασμα τορνευτό
Πάνω στο μαύρο στήθος
Μαζί με ποιος ξέρει πόσες ζωές
Από μακριά, από κοντά ταξιδεύει
Με το μωρό της κοιμισμένο στο στήθος
Κι ένα κάτι υγρό κυκλοφορίας ονείρου στα μάτια