Τώρα δηλαδή η Αστυνομία θέλει να υιοθετήσουμε την ερμηνεία που έδωσε ο ανακριτής στο δικαστήριο, ότι ο Ανδρέας Ονουφρίου είναι ένας δειλός, που «μόλις το παιδί (του) τον προσέγγισε, αυτός γονάτισε με τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτεται το σώμα του από το παιδί και στρέφοντας το στρατιωτικό τυφέκιο προς τους αστυνομικούς, πυροβόλησε κατά των αστυνομικών και τράπηκε σε φυγή»;
Αλλά, πώς αυτή η αρχική περιγραφή του ανακριτή κολλά στην αναφορά του στη συνέχεια, ότι ο Ονουφρίου «συνελήφθη κι όταν του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο, αυτός απάντησε “εντάξει, ρε παιθκιά, αφήστε με να δω το μωρό”»;
Ένας αδίστακτος εγωιστής, όπως ο Ονουφρίου ζωγραφίζεται από το αστυνομικό πινέλο, θα είχε πρώτη έγνοια του, αμέσως μετά τη σύλληψή του, τη σύνδεσή του με το παιδί του, που είχε μόλις προηγουμένως βάλει ασπίδα, εκθέτοντάς το σε θανάσιμο κίνδυνο, υποτίθεται για να γλιτώσει ο ίδιος το τομάρι του;
Μήπως ο ανακριτής αυτοαναιρείται, με τέτοιους αντικρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς;
Ναι, είναι ακατανόητη η παρόρμηση του καταζητούμενου να πάρει μαζί του το μικρό ανήλικο παιδί του ενώ ήταν κυνηγημένος από δεκάδες πάνοπλους αστυνομικούς. Αλλά, η αδυναμία του να αντιληφθεί ότι το εξέθετε σε μια τραυματική ψυχοσωματική δοκιμασία, δεν μπορεί να παρουσιάζεται με υπονοούμενα, ως τσιμεντωμένη ηθική αναισθησία.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Ονουφρίου στο δικαστήριο «χαρακτήρισε με οργίλο ύφος τον ισχυρισμό ότι, για να σωθεί, καλύφθηκε πίσω από το παιδί του, σαν “μια φούσκα καλοστημένη από τέσσερις αστυνομικούς”». «Εγώ», είπε, «έπεσα στο έδαφος για να γλιτώσω το παιδί μου».
Κατήγγειλε κακοποίησή του από την Αστυνομία, ο Ονουφρίου, γεγονός που αντέκρουσε ο ανακριτής.
Πάντως οι αστυνομικοί ανακριτές αντέκρουαν και πριν από δέκα χρόνια τις καταγγελίες του για άθλιες συνθήκες απομόνωσής του στις Κεντρικές Φυλακές για 47 μερόνυχτα. Όμως τις πίστεψαν και τις τεκμηρίωσαν η Επίτροπος Διοικήσεως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που τον Ιανουάριο 2010 καταδίκασε την Κυπριακή Δημοκρατία για ταπεινωτική μεταχείρισή του και την υποχρέωσε να του καταβάλει αποζημίωση 30 χιλιάδων ευρώ.
Είχε τεθεί στην απομόνωση στις 21 Σεπτεμβρίου - 7 Νοεμβρίου 2003, γιατί δεν είχε επιστρέψει στη φυλακή, μετά από 24ωρη άδεια που του είχε δοθεί.
Όπως περιέγραψε στην καταγγελία του στο ΕΔΑΔ, που έγινε αποδεκτή, μετά τη σύλληψή του «τον περιόρισαν σε ένα υγρό, στενό και σκοτεινό κελί των φυλακών χωρίς τρόφιμα, νερό ή κατάλληλο ρουχισμό. Το κελί δεν είχε εξωτερικό παράθυρο και το παράθυρο της πόρτας του κελιού ήταν σημαντικά μικρότερο απ' ό,τι η κυπριακή Κυβέρνηση είχε ανακοινώσει. Η δυνατότητά του να χρησιμοποιεί την τουαλέτα ή να κάνει ντους ήταν υπερβολικά περιορισμένη, αφού για τις πρώτες τέσσερις ημέρες της απομόνωσής του ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιεί ένα άδειο μπουκάλι νερού για να ουρεί και νάιλον σακούλες για άλλες ανάγκες… Δεν είχε καμία πρόσβαση στις εφημερίδες, τα βιβλία ή την τηλεόραση. Περαιτέρω, δεν παρακολουθείτο τακτικά από γιατρό και δεν του επιτρεπόταν να εξέρχεται τακτικά του κελιού του για μια ώρα ημερησίως, όπως απαιτείται από τους σχετικούς κανονισμούς. Ενόσω βρισκόταν στην απομόνωση, δεν του επιτρεπόταν να έχει επισκέψεις από την οικογένειά του ή να κάνει τηλεφωνήματα»…
Ασφαλώς σήμερα, αυτή η χθεσινή ιστορία, δεν είναι άλλοθι για τον Ονουφρίου.
Είναι όμως ένα ανοικτό τραύμα - για εκείνον, για την Πολιτεία και για την κοινωνία μας.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




