Ακόμα γελώ διαβάζοντας το καταπληκτικό ρεπορτάζ στη χθεσινή έκδοση του «Πολίτη», όπου ο «επικίνδυνος» όπως τον βάφτισε η Αστυνομία, πρώην κατάδικος Ανδρέας Ονουφρίου περιγράφει τηλεφωνικά στον Μανώλη Καλαντζή την αστυνομική επιχείρηση για τη σύλληψή του στο σπίτι του στη Λεμεσό, που εξελίσσεται σε μια ξεκαρδιστική φάρσα.
Τη στιγμή της επιχείρησης στο σπίτι βρισκόταν η 35χρονη Βιετναμέζα σύντροφος και το παιδί τους. Με το θέμα ασχολήθηκα ήδη με άρθρο στην προχθεσινή έκδοση, όπου υποστήριξα ότι η κυπριακή κοινωνία βρήκε ωραία εκτόνωση στον «επικίνδυνο» φυγά Ανδρέα Ονουφρίου. Υποστήριξα, ακόμα, ότι η καταδίωξη του Ονουφρίου από την Αστυνομία, όπως περιγράφεται από τις φαιδρές ανακοινώσεις της, μου θύμισε τον σκληρό, ακράτητο ενθουσιασμό δεκάχρονων παιδιών, που κυνηγούν να πετροβολήσουν έως θανάτου και να λιντσάρουν κάποιο «επικίνδυνο» αδέσποτο σκυλί στη γειτονιά, κάποιο «επικίνδυνο» φίδι ή κουρκουτά στα χόρτα της αυλής, κάποιο «επικίνδυνο» νυχτοπούλι στα χαλάσματα.
Έγραψα ακόμα ότι η κοινωνία μας, ενωμένη ξαφνικά μπροστά στον κοινό «κίνδυνο» και με τις αστείες ανακοινώσεις της Αστυνομίας να βάζουν φωτιά στις φαντασιώσεις του κάθε πικραμένου, ψυχαγωγείται δωρεάν και ανέξοδα. Ξέχασε και τα δάνεια και τα χρέη και τις αποτυχίες της, και επικεντρώθηκε με άφατη ευφορία στον «επικίνδυνο» Ονουφρίου με τα μαύρα ρούχα και το G3 παραμάσχαλα.
Ο ίδιος ο Ανδρέας Ονουφρίου, ένας τύπος με φοβερό χιούμορ όπως αποδεικνύεται, τρεις μέρες μετά που τον κατάπιε η γη και έχοντας ξοπίσω του μια στρατιά πάνοπλους αστυνομικούς να τον κυνηγούν για να τον ξετρυπώσουν, συμβάλλει ενεργά στην ψυχαγωγία του κοινού, αναφέροντας στον Μανώλη Καλαντζή ότι ο άντρας που έφυγε την Πέμπτη το πρωί από το σπίτι του, κρατώντας ένα G3, δεν ήταν ο ίδιος, όπως δήλωσε η Αστυνομία, αλλά… κάποιος φίλος του!
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Ονουφρίου είχε πληροφορίες ότι κάποιοι ήθελαν να τον σκοτώσουν λόγω του ότι κίνησε δικαστικές διαδικασίες εναντίον αξιωματικών της Αστυνομίας και των φυλακών και είπε στον δημοσιογράφο: «Ένας φίλος μου θύμωσε και μου λέει θα έρθω εκεί σπίτι σου να σε προσέχω. Κανένας δεν θα αγγίξει πάνω σου». Την Τετάρτη το βράδυ, κατά τους ισχυρισμούς του Ονουφρίου, ο φίλος πήγε στο σπίτι του και έμεινε το βράδυ με σκοπό να τον φρουρεί, ώστε να τον προστατεύσει από τυχόν δολοφονική επίθεση.
«Ο φίλος έκατσε στο σαλόνι, η γυναίκα μου κοιμόταν με το παιδί και μετά πήγα και εγώ και ξάπλωσα και κοιμήθηκα. Το πρωί ξύπνησα, πήγα να κάμω το σάντουϊτς του μωρού για να το πάρω στο σχολείο, κτυπούν τα κουδούνια: “Αστυνομία”, λέει. Ο φίλος μου θύμωσε και δεν είχε άλλη εκλογή και έκανε έξοδο. Οι αστυνομικοί τρέξαν από τις σκάλες κάτω. Ένας απ’ αυτούς -ήταν καμιά δεκαριά- του άρπαξε το G3 και το έριξε. Όταν έπεσε, εκπυρσοκρότησε. Χείρου χειρότερα. Αυτοί νομίζω ότι τρέχουν ακόμα. Από τον φόβο τους ακόμα τρέχουν... Εγώ, όταν έφυγε ο φίλος μου και άμα είδα την κατάσταση, έφυγα πίσω του. Τι έπρεπε να κάνω; Να μείνω εκεί για να έρθουν να μου τη στήσουν αυτοί οι κύριοι;».
Είπε στη συνέχεια ο Ονουφρίου στον Καλαντζή: «Πες μου σε παρακαλώ πολύ. Εγώ είμαι 63 χρονών. Εγώ πιάστηκα στα χέρια με έναν σωματώδη αστυνομικό και τον νίκησα; Μα δεν ήταν ένας, ήταν δέκα άτομα. Δεν ησυχάζουν με τίποτα, αυτοί συνεχίζουν το βιολί τους… Ας το ψάξουν ότι αυτά που λέω είναι αλήθεια. Αν υπήρχε κάμερα εκεί, θα γελούσε όλος ο κόσμος. Εγώ όσο το σκέφτομαι, θέλω να γελάσω»…
Αγαπητέ Ανδρέα Ονουφρίου, μπορείς να γελάσεις όσο θέλεις και να είσαι σίγουρος ότι γελά και όλος ο κόσμος, έστω κι αν δεν υπήρχε κάμερα εκεί… Και σ’ ευχαριστούμε που βοηθάς με τον τρόπο σου να ξεσκάσουμε κι εμείς λίγο, αυτήν τη ζόρικη περίοδο…




