Μια μεγάλη νίκη των αντιρατσιστικών κυβερνητικών, μη κυβερνητικών και ανεξάρτητων πολιτειακών φορέων όπως το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι η ψήφιση από τη Βουλή, την περασμένη Πέμπτη, 10.4.2014, του νόμου που ρυθμίζει το θέμα της σωματεμπορίας, με επαναστατική, όπως ήδη έγραψα, πρόνοια, την ποινικοποίηση του πελάτη και την εξασφάλιση της προστασίας των θυμάτων.

Είναι μια νίκη με τεράστια σημασία, που τοποθετεί την οπισθοδρομική Κύπρο στον χάρτη της πολιτισμένης Ευρώπης σε ό,τι αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και την ουσιαστική καταπολέμηση της σεξουαλικής τους εκμετάλλευσης.

Την κάνει πιο σημαντική, το γεγονός ότι επιτεύχθηκε με την ομοφωνία όλων των κομμάτων και με τη συναίνεση όλων των βουλευτών της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρά την επίμονη προσπάθεια της Νομικής Υπηρεσίας και του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να κρατήσει τον νόμο μακριά από κάθε ανθρωποκεντρική προσέγγιση.

Αναφερόταν κατά λέξη στο σχετικό Άρθρο του νομοσχεδίου, που συζητήθηκε για πολλές ώρες, στις συνεδρίες της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πριν πάει την Πέμπτη για ψήφιση στην ολομέλεια της Βουλής:

«Όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί την εργασία ή οποιεσδήποτε υπηρεσίες θύματος που αποτελούν αντικείμενο των αδικημάτων που προβλέπονται στο παρόν μέρος, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο ποινές».

Όμως, στη διάρκεια των συζητήσεων, με τη στήριξη του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και μετά από καθοριστική παρέμβαση του βουλευτή του ΔΗΣΥ -και έγκριτου νομικού- Ρίκκου Μαππουρίδη, η φράση στο νομοσχέδιο «Όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί…», αντικαταστάθηκε στην τελική του μορφή, από την ακόμα ισχυρότερη, «Όποιος εύλογα μπορούσε να υποθέσει ότι χρησιμοποιεί…» και έτσι εξασφαλίστηκε στον νόμο, η καλύτερη προστασία των γυναικών θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

Με τον νόμο που ψήφισε η Βουλή, γίνεται διακριτός ο ρόλος της προστασίας των θυμάτων και της άσκησης μεταναστευτικού ελέγχου και ενισχύονται οι ανθρωποκεντρικές διαδικασίες σε σχέση με τον επαναπατρισμό, με τρόπο που αυτός να είναι επωφελής για την ασφάλεια των θυμάτων, ώστε οι γυναίκες θύματα να μην ξαναμπούν στα κυκλώματα του sex trafficking.

Σας υπενθυμίζω τι έγραφε το σχετικό κείμενο διαβούλευσης, που το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως ετοίμασε τον Μάρτιο 2013: «Τα όρια μεταξύ πορνείας και trafficking είναι δυσδιάκριτα. Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι αλλοδαπές εκδιδόμενες στην πορνεία στην Κύπρο, βρέθηκαν κάτω από άμεσο ή έμμεσο καθεστώς βίας ή και εξαπάτησης. Είναι πραγματικά δύσκολο να τεκμηριωθεί το κατά πόσον, γυναίκα που έχει προωθηθεί στην πορνεία, δεν εμπίπτει στον ορισμό του θύματος της εμπορίας προσώπων. Υπάρχει ανάγκη για νέα, πιο αποτελεσματική ρύθμιση του ζητήματος της πορνείας σε συνάρτηση και με το θέμα της εμπορίας προσώπων, με προσανατολισμό την προστασία όλων των γυναικών».

Να σημειώσω, βέβαια, ότι, παρά την ψήφιση αυτού του ισχυρού νόμου, που εναρμονίζει την κυπριακή νομοθεσία με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες και αναβαθμίζει πολιτισμικά την Κυπριακή Δημοκρατία, υπάρχουν σε κρατικές θέσεις κλειδιά, με τεράστιες εξουσίες στα χέρια τους, αξιωματούχοι που επιμένουν να εκθέτουν την πατρίδα μας και να αμαυρώνουν την εικόνα του επίσημου κράτους, με τις προκαταλήψεις και τον ρατσιστικό τους λόγο.

Και υπάρχει εκεί έξω, στην κοινωνία, μια αρρωστημένη νοοτροπία και ένα σύστημα που επιτρέπει σε άντρες να αγοράζουν γυναίκες.

Αυτό θα συνεχίσουμε να το πολεμούμε.