Να πω προκαταβολικά ότι δεν περίμενα ότι στον αντικατοχικό λόγο της Χαρίτας Μάντολες, στη χθεσινή εκδήλωση του Λυκείου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ Δασούπολης για την επονομασία της αίθουσας πολλαπλής χρήσης, σε «Αίθουσα Κερύνεια Ελευθερία», θα παρεισέφρυαν και θετικές αναφορές για κάποιους Τούρκους στρατιώτες. Ούτε ότι θα υπενθύμιζε ότι αγνοούμενους έχει και η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι μόνο η δική μας.
Αλήθειες που δεν παραδεχόμαστε εύκολα και που μας ξεβολεύουν από τα αρνητικά στερεότυπα που έχουμε συνηθίσει, βγήκαν από το στόμα της Χαρίτας Μάντολες. Της γυναίκας που εκείνο τον τρομερό Ιούλη 1974, νεαρή γυναίκα 27 χρονών, μητέρα δύο βρεφών ενός και δύο χρονών, ξυλοκοπήθηκε από Τούρκους στρατιώτες, είδε με τα μάτια της να βιάζουν συγχωριανές της και έζησε τον ξυλοδαρμό και την εν ψυχρώ εκτέλεση του 25χρονου συζύγου της Ανδρέα, του πατέρα της Νεόφυτου, των δύο νεαρών γαμπρών της Θεόδωρου και Φοίβου και άλλων συγγενών και συγχωριανών της.
Βέβαια η Χαρίτα αποκάλυψε την τόλμη της να σπάζει τα ταμπού, ήδη από το 2006, όταν στο πλαίσιο του συγκλονιστικού ρεπορτάζ του Δημήτρη Ανδρέου στο «Σίγμα», πήγε στα κατεχόμενα και συνάντησε την Τουρκοκύπρια Σουλτάνα Κιασίφ από την Τόχνη, που τον Αύγουστο 1974, ένοπλοι Ελληνοκύπριοι συνέλαβαν τον σύζυγο και τους τέσσερις έφηβους γιους της, μαζί με άλλους 80 άντρες και αγόρια Τουρκοκύπριους και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ.
«Πήγα κι επισκέφθηκα την Τουρκάλα τη Σουλτάνα από την Τόχνη και την αγκάλιασα και τη φίλησα γιατί είχε τέσσερα παιδιά και τον σύζυγό της και τους σκότωσαν και το μικρό της ήταν μόνο 13 χρονών», είπε στη χθεσινή εκδήλωση στο Λύκειο Δασούπολης.
Πρόσθεσε και τα εξής: «Προσεύχομαι για τον Τούρκο που γλίτωσε τον γιο μου και προσπαθούσε να γλιτώσει όλους μας. Οι άλλοι Τούρκοι στρατιώτες τραβούσαν και τα άλλα κορίτσια μετά, να τα κακοποιήσουν και αυτός έβαζε το όπλο πάνω τους και μας έδιωχνε να φύγουμε».
Είχε αναφέρει προηγουμένως ότι ο στρατιώτης αυτός, μετά που η Μάντολες και οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν σε ελαιώνα από ομάδα Τούρκων εισβολέων, στάθηκε δίπλα σε μια παλιά ελιά με κουφάλα και τους έδωσε να καταλάβουν με νοήματα, χωρίς να τον βλέπουν οι άλλοι Τούρκοι, ότι ήθελε να τους βοηθήσει.
«Σηκώθηκε μια γυναίκα από την Άχνα», είπε, «και ρώτησε στα Τουρκικά τον αξιωματικό, τι θα μας κάνουν, αφού είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα. Είπε ο αξιωματικός ότι θα μας εκτελέσουν όλους για εκδίκηση, “γιατί οι δικοί σας σκοτώνουν δικά μας γυναικόπαιδα, στα Κόκκινα”.
»Οι Τούρκοι μάς είπαν να σηκωθούμε και καθώς περπατούσαμε, εγώ κρατούσα την κόρη μου και ο άντρας μου τον γιο μας και αυτοί μάς κτυπούσαν με τα όπλα και μας κλοτσούσαν. Σκότωσαν μπροστά μας έναν άντρα. Είδα τον άντρα μου, ενώ με κτυπούσαν, πεσμένο, με τον γιο μας σφιχτά στην αγκαλιά του. Ήταν τραυματισμένο το μωρό, όπως και άλλα τρία. Είδα τον Τούρκο που στεκόταν στην κουφάλα της ελιάς να παίρνει το παιδί μου και να το πετά μακριά και έτρεξα και το πήρα στην αγκαλιά μου καθώς αρκουδούσε μέσα στ’ αγκάθια… Ο Τούρκος στρατιώτης της κουφάλας έγνεψε στον Βασίλη να φύγει και αυτός άρχισε να τρέχει με το παιδί στην αγκαλιά, ενώ τα άλλα παιδιά έτρεξαν πίσω του…».
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




