Έκλεισε κιόλας τα 22 της η Δάφνη μου, που τη βρήκαν στο φοιτητικό της δωμάτιο και στο πανεπιστήμιό της στο Αμβούργο της Γερμανίας. Και σήμερα έχω τόσα πολλά να της πω, όπως πριν από τέσσερα χρόνια που έκλεινε τα 18 κι έψαχνα να βρω, και δεν έβρισκα, τις κατάλληλες λέξεις, τις πιο όμορφες, τις πιο ταιριαστές για την περίσταση. Αυτές που αρμόζουν σε ό,τι σημαίνει για μένα.

Έγραφα τότε ότι έχανα τις λέξεις, αλλά και τη γη κάτω από τα πόδια μου, γιατί συνειδητοποιούσα ότι μας είχαν μείνει ουσιαστικά μόνο δυο μήνες για να ξεκινάμε τη μέρα μας μαζί, ο Απρίλης που διανύαμε τότε και ο Μάης, αφού τέλειωνε το Λύκειο και έφευγε το καλοκαίρι για σπουδές.

Φέρνω στο μυαλό μου πιο έντονα σήμερα, εκείνη την επίσκεψή μου στο Αμβούργο, όπου την πρώτη κιόλας μέρα της παραμονής μου, διάβασα σε ένα τοίχο στο λιμάνι, γραμμένο στα γερμανικά που μου μετέφρασε η Δάφνη: «Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος».

Ένιωσα μεγαλύτερη τρυφερότητα για την πόλη της Βόρειας θάλασσας με τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, όπου είχαμε φτάσει αργά την προηγούμενη νύχτα με γρήγορο τρένο από το Βερολίνο, στον κεντρικό σταθμό της προβλήτας του Αγίου Παύλου, αυτού του τεράστιου συγκοινωνιακού κόμβου, σιδηροδρομικού και ποτάμιου, πάνω στον ποταμό Έλβα, που διασχίζει το Αμβούργο.

Οι τέσσερις μέρες που ακολούθησαν, δεν είχαν τίποτε από την ένταση και την ανυπομονησία των δύο προηγούμενων στο Βερολίνο, όταν «έπρεπε» να δούμε όλα τα ιστορικά μνημεία και μουσεία της γερμανικής πρωτεύουσας που είχαν σχέση με το ναζιστικό και το ψυχροπολεμικό παρελθόν της, και μου εξήπταν τη φαντασία από μικρό παιδί.

Στο Αμβούργο χαλαρώσαμε, κοιταχτήκαμε στα μάτια πιο προσεκτικά και κουβεντιάσαμε πολύ μεταξύ μας. Η εξεταστική περίοδος είχε μόλις τελειώσει, όλοι οι φοιτητές βρίσκονταν σε διακοπές και έτσι κοιμόμασταν αργά, μετά από μεγάλες περιηγήσεις στο διαδίκτυο (η Δάφνη μού έφτιαξε και σελίδα στο Facebook!) και ξυπνούσαμε αργά, ξεκούραστοι και κεφάτοι μετά από χορταστικό ύπνο - παρόλο που εγώ ξάπλωνα σε ένα άβολο φοιτητικό airbed κάτω στο πάτωμα…

Όχι, δεν της ζήτησα να με πάρει σε επώνυμα αξιοθέατα, αρκεστήκαμε σε μεγάλες ανώνυμες βόλτες στην κοντινή λίμνη, τη γειτονική στο σπίτι και στο πανεπιστήμιο, στους πεζόδρομους του κέντρου της πόλης με τα καταστήματα, τις καφετερίες και τις μπιραρίες, σε πάρκα με γυμνά δέντρα στο γκρίζο χρώμα του ουρανού, σε λεωφόρους με υπέροχα κτίρια νέα και παλιά, μιας εμπνευσμένης πάντα αρχιτεκτονικής γραμμής.

Ήθελα μόνο να δω το διάσημο St Pauli, την περιοχή με τα κόκκινα φώτα και τον «παράνομο» και αντικομφορμιστικό του χαρακτήρα, που η Δάφνη ήδη ήξερε από προηγούμενα περάσματα με συμφοιτητές της.
Και βέβαια, ανεβοκατεβήκαμε μερικές από τις χιλιάδες γέφυρες της πόλης, φορτωμένες με κλειδωνιές ερωτευμένων, χαραγμένες με ημερομηνίες και ονόματα, που θέλουν έτσι να «κλειδώσουν» την αγάπη τους - έγραψα τότε ότι πάντα αναρωτιόμουνα, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται την ελευθερία και θέλουν να κλειδώνονται, κι αυτό το εσωτερικό ταξίδι στο Αμβούργο δεν μου έδωσε την απάντηση…

Υποθέτω ότι θα μπορούσαν να είναι διαφωτιστικοί πάνω στο ζήτημα η Δάφνη και ο Σάββας, την επόμενη φορά που θα τους δω - ιδιαίτερα αν κλείδωσαν στο μεταξύ την αγάπη τους, πάνω στη γέφυρα του Έλβα.