Λένε για τους λογιστές ότι είναι απόμακροι άνθρωποι. Στεγνοί σαν τους αριθμούς και τις προσθαφαιρέσεις που έχουν όλη μέρα στο μυαλό τους.
Αν αυτό είναι αλήθεια, εσύ Λουκία Τοφιά, είσαι η εξαίρεση.

Η εξαίρεση ενός ανθρώπου με ψυχή και αγάπη για όλους, που δεν τη στέγνωσε η καθημερινή απόσπαση σε ατέλειωτες λίστες μισθολογίων και στους μαθηματικούς υπολογισμούς που απαιτούσε η δουλειά σου.
Ήσουν δηλαδή η εξαίρεση, όσα χρόνια εργαζόσουν στο λογιστήριο της εφημερίδας, μέχρι και την τελευταία μέρα σου, πριν από την αφυπηρέτησή σου, την περασμένη Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014.

Μου φάνηκε, ξέρεις, σουρεαλιστικό, να σε έχω δει το μεσημέρι αυτής της μέρας στην καφετερία του κτιρίου, στο τραπέζι με τους συναδέλφους του γραφείου σου και να ξέρω πως αυτό είναι το πιο ξεχωριστό διάλειμμά σου. Ότι άλλο από αυτό δεν θα υπάρξει.

«Τι θα κάνεις τώρα;» σε ρώτησα.
«Θα πάω στην εγγονούλα μου», μου είπες, έτσι χαμογελώντας αχνά και συγκρατημένα όπως πάντα. Και ήξερα την ίδια στιγμή ότι δεν υπήρχε τίποτε για να λυπηθώ, σε ό,τι αφορά αυτήν τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή σου, που είναι για όλους μας ένας αποχωρισμός. Ένας αποχαιρετισμός.

Κάθισα κοντά σου μόνο δυο λεπτά, γιατί αυτόν τον αποχαιρετισμό δεν θα μπορούσα να τον τραβήξω παραπέρα.
Μου φάνηκε παράξενο κι εξωπραγματικό που φεύγεις, γιατί για μένα ήσουν πάντα η πιο σταθερή αξία αυτού του συγκροτήματος. Όχι απλώς γιατί είσαι ο πρώτος υπάλληλος που προσλήφθηκες στην εταιρεία με την ίδρυσή της το 1976.

Αλλά γιατί ήσουν πάντα η ήσυχη και υπομονετική αξία που μένει, καθώς όλοι γύρω σου τρέχουν με ξέφρενους ρυθμούς, για να κάνουν ρεπορτάζ, για να προλάβουν τα ραντεβού τους, για να βρίσκονται μέσα στα -πάντα περιορισμένα- χρονοδιαγράμματα.

Εσύ να σπεύδεις βραδέως, με το αχνό και συγκρατημένο σου χαμόγελο, με την ήρεμη γνώση ότι μπορείς να είσαι το ίδιο, αν όχι περισσότερο, αποτελεσματική και παραγωγική, χωρίς να βιάζεσαι ή να παριστάνεις ότι βιάζεσαι, καθώς οι άλλοι πηγαινοέρχονται τρελαμένοι, προς ή από τις αποστολές τους.

Κι εσύ είχες μιαν αποστολή σε αυτόν τον κόσμο, το ίδιο σημαντική και πολύτιμη με των άλλων. Και μάλιστα την εκτέλεσες περίφημα και συνεχίζεις να το κάνεις.
Αλλά πάντα αναρωτιόμουν, πώς τα καταφέρνεις να παραμένεις γαλήνια και πειθαρχημένη, μέσα σ’ αυτήν την τρικυμισμένη θάλασσα;

Πώς τα καταφέρνεις να αρκείσαι σε αυτό που είσαι, όταν όλοι γύρω σου θέλουν απεγνωσμένα να δραπετεύσουν απ΄ τον εαυτό τους;
Πώς τα καταφέρνεις να συμπονάς χωρίς υπολογισμό;

Όπως και να έχουν τα πράγματα, Λουκία μου, τίποτε δεν τελειώνει, όλα συνεχίζουν, έτσι ή αλλιώς.

Θέλω να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί πλούτισες και πλουτίζεις τη ζωή μας με τη δική σου, και γιατί έδωσες νόημα, εκεί που θα υπήρχε ένα κενό.

Καλή συνέχεια σε ό,τι κι αν κάνεις, που θα είναι σίγουρα καμωμένο καλά.