Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, κηδεύτηκαν προχθές το πρωί, στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, τα οστά έξι αγνοουμένων -ό,τι απέμεινε από αυτούς- Τουρκοκύπριων από το Ζύγι, που στις 15 Αυγούστου 1974 μεταφέρθηκαν στο γειτονικό χωριό Τόχνη και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από Ελληνοκύπριους ενόπλους, μαζί με άλλους 78 Τουρκοκυπρίους από την Τόχνη. (Συνολικά 84 νεαροί και μεσήλικοι άοπλοι και αθώοι άντρες, που τους μάζεψαν από τα σπίτια τους και τους δολοφόνησαν, με ένα μόνο από αυτούς να γλιτώνει τη ζωή του από τύχη).

Στην κηδεία παρέστη πλήθος Τουρκοκυπρίων συγγενών των θυμάτων, αλλά και τριάντα περίπου Ελληνοκύπριοι, προσκεκλημένοι της συγγραφέως και ακτιβίστριας για την ειρηνική συνύπαρξη στο νησί Λεϊλά Κιράλπ, συζύγου ενός από τους «έξι», του 25χρονου Αχμέτ Μουσταφά.

Ένας από τους προσκεκλημένους της ήμουν κι εγώ. Αν κάποιοι από εσάς θυμούνται, με δύο ρεπορτάζ μου τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο 2013, παρουσίασα το βιβλίο της «Το άσπρο βρεγμένο μαντήλι που μοιραστήκαμε», που είναι η ιστορία της ζωής της από τότε που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό της Μαρί (πριν από την εισβολή αμιγώς τουρκοκυπριακό χωριό), μέχρι την προσφυγοποίησή της στον κατεχόμενο Βορρά.

Το βιβλίο έχει επίκεντρο την ανόθευτη και αγνή φιλία της με τη Μαρία Χρυσάνθου, Ελληνοκύπρια πρόσφυγα από την Αμμόχωστο, που κατοίκησε στη Λεμεσό και τη γνώρισε λίγο μετά την εισβολή, στο Ζύγι. Όπως αναφέρω στο ρεπορτάζ, η Λεϊλά, που το 1974, στα 18 της χρόνια, ήταν νιόπαντρη και κατοικούσε με τον Αχμέτ στο Ζύγι, έφυγε από το Ζύγι τον Μάιο 1975, αφού μάταια περίμενε τον γυρισμό του άντρα της. Τον Αύγουστο 1975 μετεγκαταστάθηκε στο Βαρώσι, ενώ το 1980 γνώρισε τον Μουσταφά Κιράλπ, δεύτερο σύζυγό της, τον παντρεύτηκε το 1981 και το 1986 απέκτησαν τον 28χρονο σήμερα Σιεφκή, το μοναχοπαίδι τους.

Τώρα κάποιοι θα πουν ότι είναι «προκλητικό» να πάω να καλύψω την κηδεία Τουρκοκύπριων αγνοουμένων και να μην περιορίζομαι στην κάλυψη κηδειών Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, σκέφτομαι όμως ότι καμιά αλήθεια δεν είναι προκλητική, όσο κι αν μας ενοχλεί. Σκέφτομαι και κάτι άλλο, ότι οι άνθρωποι στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος δεν είναι αόρατοι, δεν είναι ανύπαρκτοι, ούτε ψευδο-άνθρωποι, παρά το ότι ζουν σε ένα ψευδοκράτος.

Εξάλλου, ποτέ δεν θα απέρριπτα την πρόσκληση μιας πραγματικής κυρίας, όπως η Λεϊλά Κιράλπ. Που είπε σε ομιλία της σε δικοινοτική εκδήλωση, όπως καταγράφεται στο βιβλίο της: «Πλήρωσα κι εγώ πολύ πικρά το τίμημα χάνοντας τους συγγενείς και τους συγχωριανούς μου, και για το ότι η αλήθεια αποκρύφθηκε πολλά χρόνια για πολιτικές σκοπιμότητες. Για πολλά χρόνια ξυπνούσα από φοβερούς εφιάλτες κάθε νύχτα. Δεν μπορούσα να φάω από τη στεναχώρια και έγινα 45 κιλά. Τα έβαλα με τους ανθρώπους και δεν έβγαινα έξω από το σπίτι. Επισκέφθηκα πολλούς γιατρούς. Αλλά τελικά κατάφερα να ξαναποκτήσω την υγεία μου, μετά από ψυχολογική θεραπεία μεγάλης διάρκειας. Κατά τη γνώμη μου κι οι άνθρωποι που διέπραξαν τα εγκλήματα χρειάζονται ψυχολογική θεραπεία, όπως και όσοι έχασαν τους αγαπημένους τους. Γιατί δεν μπορεί κάποιος να διάγει μια υγιή ψυχική ζωή, ξεχνώντας τα απελπισμένα βλέμματα των ανθρώπων που σκότωσε γεμάτα φόβο και να ζει με τα εγκλήματα που αντίκεινται στην ανθρωπότητα.

»Δεν μπορώ εγώ να καταδικάσω εκείνους που πήραν και σκότωσαν τον άντρα μου, γιατί δεν είμαι δικαστήριο. Δεν μπορώ να πάρω στα χέρια μου το δικαίωμα στη ζωή τους, όπως έκαναν εκείνοι στον άντρα μου και στους συγγενείς μου. Και αν δεν αξίζει να τους συγχωρέσω, πιστεύω ότι τους δίνω το καλύτερο μάθημα, συγχωρώντας τους. Ζήσαμε μεγάλο πόνο το 1974 και πριν, στην Κύπρο μας. Για να μην ξαναζήσουμε τα ίδια στην πατρίδα μας, είναι σημαντικό να καταδικαστούν όσοι διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως και όσοι τους δώσανε τις εντολές. Αλλά το να αλλάξουν οι άνθρωποι τις ιδέες τους και να πάψουν να αλληλοσκοτώνονται, δεν είναι άραγε πιο σημαντικό και πιο αναγκαίο, από μιαν απόφαση του δικαστηρίου;»