Δεν ξέρω αν ο Φρέντι, ο Έρικ, ο Κιλούλου από το Κογκό, αιτητές ασύλου στη χώρα μας, θα συμμετάσχουν σήμερα στη διαδήλωση κατά του ρατσισμού, που θα περάσει από τη Λήδρας. Δεν ξέρω καν, αν βρίσκονται στην Κύπρο, στο παλιό διαμέρισμα στον πεζόδρομο, όπου τους συνάντησα πριν από πέντε χρόνια. Ένα γυμνό διαμέρισμα μιας σαρακοφαγωμένης πολυκατοικίας, με δυο ξεχαρβαλωμένους καναπέδες στο καθιστικό, τρεις πλαστικές καρέκλες και πεντέξι μαυρισμένα τσουκάλια και τηγάνια στην τρύπα που είχε για κουζίνα.
Ήταν και οι τρεις μεταξύ 33-35 χρονών, με σπουδές Μηχανολογίας, Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Διοίκησης Επιχειρήσεων, αλλά κανείς από αυτούς δεν ασκούσε το επάγγελμα που σπούδασε. Περνούσαν τις πιο πολλές ώρες της μέρας χαζεύοντας μια μικρή συσκευή τηλεόρασης που… αν ήθελε λειτουργούσε.
Είχαν την επιλογή να εργαστούν σε φάρμα για 250 ευρώ τον μήνα, σε κάποιο χωριό μακριά από την πόλη και να αποκοπούν από τους άλλους Κογκολέζους, ή να παραμείνουν στη Λευκωσία και να προσπαθούν να βρουν κάποια παράνομη έκτακτη εργασία. Μου είχαν πει ότι δεν είχαν Κύπριους φίλους.
«Υπάρχει και το εμπόδιο της γλώσσας, έχουμε πρόβλημα να ενσωματωθούμε στην κυπριακή κοινωνία, δεν υπάρχει πολιτική ενσωμάτωσης και έτσι κάνουμε παρέα μόνο με συμπατριώτες μας, μοιραζόμαστε τις αγωνίες μας και αντλούμε θάρρος ο ένας από τον άλλον. Νιώθουμε εναντίον μας έναν υπόγειο ψυχολογικό πόλεμο από τις Αρχές, με στόχο να βαρεθούμε και να σηκωθούμε να φύγουμε από τη χώρα. Μας σπρώχνουν σε μια κατάσταση εξαθλίωσης και κάποιοι μας λένε ανοικτά ότι πρέπει να πάμε πίσω στη χώρα μας».
Οι τρεις φίλοι δραπέτευσαν από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου και των σφαγών, των επιδημιών και της λιμοκτονίας, για να γλιτώσουν τη ζωή τους από το καθεστώς που τους κυνηγούσε. Στην πατρίδα τους, πολλοί τους είχαν για ήρωες γιατί είχαν παίξει κορώνα-γράμματα τη ζωή για τις ιδέες τους.
Όμως εδώ στη Λευκωσία, ο Φρέντι, ο Έρικ και ο Κιλούλου δεν μου μίλησαν για τις ιδέες τους, ούτε για το πώς δραπέτευσαν και από ποιους κινδυνεύουν, δεν μου μίλησαν για θάνατο και ζωή, ούτε για ελευθερία και πολιτικά δικαιώματα. Εδώ μου μίλησαν για το δυσβάσταχτο νοίκι 415 ευρώ που μοιράζονται, για τον φουσκωμένο λογαριασμό του νερού και του ηλεκτρισμού, για την κακοπληρωμένη παράνομη εργασία, όταν τη βρουν περιστασιακά, για τα φορτώματα και ξεφορτώματα βαριών επίπλων πελατών που μετακομίζουν, για τα δάνεια που αναγκάζονται να κάνουν από φίλους για να βγάλουν τον μήνα.
Οι σκληροί άντρες που πέρασαν από τα άθλια κρατητήρια του Κογκό, από τα ξεβρασμένα πτώματα των ποταμών, από τα χωριά τα θερισμένα από το έιτς, από τους ομαδικούς βιασμούς κοριτσιών από αποκτηνωμένους στρατιώτες, φοβούνται τον Κύπριο σπιτονοικοκύρη τους σαν τον Χάρο, τρέμουν για τους λογαριασμούς του νερού και του ηλεκτρικού, για τα βλέμματα απαξίωσης στον δρόμο.
«Νιώθουμε ξένοι σε αυτήν τη χώρα, γιατί οι άλλοι μας το θυμίζουν συνεχώς… δεν είναι άνετοι μαζί μας, μας κοιτούν λες και είμαστε από άλλον πλανήτη... Έτσι μένουμε κρυμμένοι στο διαμέρισμα, για να μην τραβούμε πάνω μας τα βλέμματα».
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




